Η άνοιξη στη Βοστώνη θυμίζει περισσότερο χειμώνα, με τη θερμοκρασία να κυμαίνεται από 1 έως 8 βαθμούς Κελσίου. Οι δύο άνδρες που, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 18ης Μαρτίου 1990, εμφανίστηκαν με όχημα στην πλαϊνή είσοδο του Μουσείου Isabella Stewart Gardner, είχαν ανεβάσει στο τέρμα το καλοριφέρ του αυτοκινήτου. Φορούσαν στολές αστυνομικών, όμως δεν ήταν αστυνομικοί. Λίγα λεπτά αργότερα θα εξαφανίζονταν με 13 έργα τέχνης ανυπολόγιστης αξίας, σε μία από τις πιο διαβόητες ανεξιχνίαστες ληστείες στην ιστορία της τέχνης.
Όταν άνοιξαν τις πόρτες και βγήκαν το κρύο τους «χτύπησε» κατευθείαν στο πρόσωπο γι’ αυτό βιάστηκαν να χτυπήσουν το κουδούνι, ώστε ο φύλακας να ελέγξει ποιοι είναι και τι θέλουν τέτοια περασμένη ώρα. Μιλώντας μαζί τους, ενημερώνεται ότι είχαν λάβει επείγουσα κλήση για συμβάν στο Μουσείο και ο φύλακας κάνει ένα πολύ μεγάλος λάθος, ανοίγοντας την πόρτα εισόδου των εργαζομένων, κάτι που απαγορευόταν από τους κανόνες ασφαλείας και πρωτοκόλλου.
Οι τρεις άνδρες μεταβαίνουν στην κύρια είσοδο του Μουσείου όπου είχε βάρδια ο δεύτερος φύλακας και οι δύο «αστυνομικοί» εμφανίζουν περίστροφα. Διατάζουν τους δύο αποσβολωμένους υπαλλήλους του Μουσείου να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται πλέον ότι οι ένστολοι δεν ήταν αστυνομικοί αλλά ληστές.
Ήταν όμως πολύ αργά για να αποτρέψουν την «κλοπή του αιώνα» όπως χαρακτηρίστηκε σε ότι αφορά την Τέχνη και λίγο αργότερα κατέληξαν με φιμωμένα στόματα και δεμένοι πισθάγκωνα με χειροπέδες. Οι «μαϊμού» αστυνομικοί τους μετέφεραν στο υπόγειο του Μουσείου, ενώ έπιασαν αμέσως δουλειά και χρειάστηκαν μια ώρα και είκοσι λεπτά για να αφαιρέσουν 11 ζωγραφικά αριστουργήματα από τα πλαίσιά τους.
Ανάμεσα σε αυτά δέσποζε το αριστουργηματικό «Καταιγίδα στην θάλασσα της Γαλιλαίας» του Ρέμπραντ μαζί με άλλα δύο έργα του, το «Κονσέρτο» του Βερμέερ, πέντε έργα του Ντεγκά, το «Chez Τortoni» του Μανέ, ένα τοπίο του Φλινκ και δύο αντικείμενα μικρότερης αξίας. Μέχρι σήμερα που συμπληρώνονται 36 χρόνια από εκείνο το κρύο βράδυ στην Βοστώνη κανείς ειδήμονας δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί οι ληστές έφυγαν αφήνοντας στο κάδρο της, την «Ευρώπη» του Τιτσιάνο. Έναν πίνακα που ο Ρούμπενς χαρακτήρισε ως «το κορυφαίο ζωγραφικό αριστούργημα του κόσμου» γλίτωσε από την πολύ καλά σχεδιασμένη επιδρομή των δύο ανδρών που διέφυγαν μέσα στη νύχτα.
Φρόντισαν όμως να πάρουν μαζί τους το υλικό ασφαλείας από τις κάμερες που τους είχαν καταγράψει να ξηλώνουν τα δεκατρία συγκεκριμένα έργα, ενώ η κλοπή έγινε γνωστή το επόμενο πρωί κατά την αλλαγή βάρδιας. Παρά την άμεση κινητοποίηση της αστυνομίας και του FBI αποδείχτηκε ότι ήταν αργά για να αναζητήσουν τους δύο άγνωστους άνδρες. Η «κλοπή του αιώνα» όπως την αποκάλεσαν τα ΜΜΕ παραμένει 36 χρόνια μετά ανεξιχνίαστη.

Δείτε όλα όσα κλάπηκαν από το Μουσείο «Ιζαμπέλλα Γκάρντνερ» στη Βοστώνη το βράδυ της 18ης Μαρτίου του 1990:











Κυνηγητό χωρίς θηράματα
Η θρασύτατη ληστεία στο Μουσείο «Ιζαμπέλλα Γκάρντνερ» ήταν η μεγαλύτερη αρπαγή έργων τέχνης στις ΗΠΑ και μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, αφού πέντε τουλάχιστον πίνακες χαρακτηρίστηκαν ως «ανεκτίμητης αξίας». Οι ειδικοί ακόμη και σήμερα διχάζονται για το συνολικό τίμημα των 13 έργων τα οποία αποτιμώνται από 500 εκατ. ευρώ έως και 1 δισ. ευρώ.
Ο πίνακας «Καταιγίδα στην θάλασσα της Γαλιλαίας» του Ρέμπραντ είναι ίσως το πιο πολύτιμο έργο που κλάπηκε αφού ήταν το μοναδικό του Ολλανδού ζωγράφου που είχε θέμα το νερό. Πολύ κοντά του σε αξία είναι και το «Κονσέρτο» του Βερμέερ, πίνακας που θεωρείται ως ένα από τα πλέον εξέχοντα δείγματα της ζωγραφικής του.

Εκείνη την κρύα Κυριακή του Μάρτη η πόλη της Βοστώνης ξύπνησε με την είδηση για την ληστεία που σόκαρε βίαια τον κόσμο της Τέχνης ενώ η αστυνομία και το FBI άρχισαν να ψάχνουν σχεδόν στα τυφλά, αφού είχαν ελάχιστα στοιχεία στα χέρια τους. Μπορεί οι περιγραφές των δύο ανδρών από τους φύλακες να κυκλοφόρησαν σε σκίτσο, όμως είχαν «δουλέψει» τόσο καλά που δεν άφησαν κανένα στοιχείο πίσω τους.
To έγγραφο του FBI, μέσα από το οποίο αναζητούνται ακόμα και σήμερα πληροφορίες για την «κλοπή του αιώνα»:
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν χωρίς καμία πρόοδο και η διόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή του 1.000.000 δολαρίων που δινόταν για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην ανεύρεση των κλεμμένων έργων, έμεινε στα αζήτητα. Ακόμη και όταν αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια, αρχικά στα 5.000.000 δολάρια και αργότερα στα 10.000.000, αυτό που συνέβη ήταν να εμφανιστούν πολλές ιστορίες.
Μια από αυτές είχε ως κύρια πρόσωπα τον Μάικλ Γιάνγκσγουορθ και τον κολλητό του φίλο Μάιλς Κόνορ που ενέσκηψαν με τον ανάλογο θόρυβο στην υπόθεση της ληστείας εφτά χρόνια μετά την κλοπή του αιώνα. Στις 13 Αυγούστου του 1997 ο Γιάνγκσγουορθ παραχώρησε μια συνέντευξη τύπου έξω από το δικαστήριο που δικαζόταν για παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων.
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν χωρίς καμία πρόοδο και η διόλου ευκαταφρόνητη αμοιβή του 1.000.000 δολαρίων που δινόταν για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην ανεύρεση των κλεμμένων έργων, έμεινε στα αζήτητα. Ακόμη και όταν αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια, αρχικά στα 5.000.000 δολάρια και αργότερα στα 10.000.000, αυτό που συνέβη ήταν να εμφανιστούν πολλές ιστορίες.
Μια από αυτές είχε ως κύρια πρόσωπα τον Μάικλ Γιάνγκσγουορθ και τον κολλητό του φίλο Μάιλς Κόνορ που ενέσκηψαν με τον ανάλογο θόρυβο στην υπόθεση της ληστείας εφτά χρόνια μετά την κλοπή του αιώνα. Στις 13 Αυγούστου του 1997 ο Γιάνγκσγουορθ παραχώρησε μια συνέντευξη τύπου έξω από το δικαστήριο που δικαζόταν για παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων.

Μπροστά στα media που ανέμεναν την μεγάλη είδηση που τους είχε τάξει ανακοίνωσε ότι μπορούσε να μεσολαβήσει για την επιστροφή των πινάκων που είχαν κλαπεί από το Μουσείο «Ιζαμπέλλα Γκάρντνερ», αφήνοντας τους πάντες με το στόμα ανοιχτό. Όπως επισήμανε όμως για να γίνει επιθυμούσε να λάβει την αμοιβή των 5.000.000 δολαρίων, να αποσυρθούν όλες οι κατηγορίες στην δίκη του και να αφεθεί ελεύθερος ένας καταδικασμένος φίλος του.
Αυτός ήταν ο Μάιλς Κόνορ, γνωστός κλέφτης έργων τέχνης που δεν ήταν εφικτό να κατηγορηθεί για την κλοπή της Βοστώνης , αφού το συγκεκριμένο βράδυ ήταν έγκλειστος στην φυλακή.

Η νύχτα της αποκάλυψης και ο μαφιόζος
Ο ρεπόρτερ της εφημερίδας Boston Herald Τομ Μάσμπεργκ φρόντισε μετά από λίγες ώρες να συναντήσει κατ’ ιδίαν τον Γιάνγκσγουορθ για να διαπιστώσει αν όλα αυτά που έλεγε ισχύουν. Όταν οι δύο άνδρες βρέθηκαν ο δημοσιογράφος απαίτησε μια απόδειξη και λίγα 24ωρα μετά βρέθηκε συνοδηγός σε ένα αυτοκίνητο μέσα στη νύχτα, με προορισμό μια κακόφημη περιοχή.
«Για να βρεθείς εκεί έπρεπε να ήσουν ή αστυνομικός που ερευνά ή ναρκομανής που αναζητάει την δόση του» έγραψε ένα χρόνο μετά ο Μάσμπεργκ στο συγκλονιστικό story που έδωσε στο «Vanity Fair». Τελικά έφτασαν σε μια ανεγειρόμενη οικοδομή με μια παλιά αποθήκη μπροστά όπου μια γυναίκα εμφανίστηκε και τους ρώτησε τι ήθελαν.

Όταν ο οδηγός είπε ότι τους έστελνε ο Γιάνγκσγουορθ η γυναίκα τους έδειξε την αποθήκη και ο Μάσμπεργκ με τον άνδρα που φόρεσε γάντια και άναψε ένα φακό μπήκαν μέσα στο οίκημα . Ανέβηκαν κάτι σκάλες, βρέθηκαν σε έναν διάδρομο με μεταλλικές πόρτες που οδηγούσαν σε μικρά δωμάτια και σταμάτησαν μπροστά από μία, ενώ ο συνεργάτης του Γιάνγκσγουορθ έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά. Αφού ξεκλείδωσε οι δύο άνδρες μπήκαν μέσα στο δωμάτιο, στο οποίο υπήρχαν μεγάλοι κάδοι, κάποιοι με ρόδες και στάθηκε πάνω από έναν συγκεκριμένο.
Έσκυψε λίγο και τράβηξε έναν πλαστικό μαύρο κύλινδρο, τον οποίο άνοιξε με προσοχή μπροστά στον αποσβολωμένο Μάσμπεργκ, που δεν ήξερε τι θα δει. «Έβγαλε προσεχτικά έναν τυλιγμένο καμβά τον οποίο ξετύλιξε μπροστά μου» έγραψε στο ρεπορτάζ ο δημοσιογράφος στο Vanity Fair με μια συγκλονιστική περιγραφή: «Ήμουν, είμαι βέβαιος ότι ήταν η “Καταιγίδα στην θάλασσα της Γαλιλαίας”, αναμφισβήτητα το πιο διάσημο κλεμμένο έργο τέχνης στον κόσμο». Ο άνδρας του έδειξε τις ξεθωριασμένες γωνίες που είχε κοπεί ο πίνακας από το κάδρο την νύχτα της κλοπής και ακολούθως ο φακός του εστίασε στην υπογραφή του Ρέμπραντ.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα ο Μάσμπεργκ βρισκόταν σε ένα ταξί και έφυγε έχοντας δώσει τον λόγο του να μη γράψει τίποτε για μια εβδομάδα, χρόνος ιδανικός για να μεταφερθεί το αριστούργημα του Ολλανδού ζωγράφου σε άλλο μέρος. Έκτοτε κανένα έργο δεν έχει βρεθεί σε αυτή την αέναη αναζήτηση δύο και πλέον δεκαετιών, παρότι εμφανίστηκαν διάφοροι άλλοι να λένε ότι γνωρίζουν που κατέληξαν οι πίνακες.
Ένας από αυτούς ήταν ο μαφιόζος Μάρτιν-«η Οχιά»-Φόλεϊ ο οποίος συνεργαζόταν με τον ιδιωτικό ερευνητή Τσάρλι Χιλ τον οποίο φέρεται να έφερε σε επαφή με κάποια επιζώντα μέλη της συμμορίας που έκανε την κλοπή του αιώνα. Μόνο που η δημοσιοποίηση των διαπραγματεύσεων και των χειρισμών δεν άρεσε στην «Οχιά» που εξαφανίστηκε αφήνοντας τον Χιλ να αναζητάει απεγνωσμένα την άκρη του νήματος.
Έτερος ήταν ο ελληνικής καταγωγής μαφιόζος Τσάρλι Πάπας που φέρεται να ήξερε κάποια πράγματα για τους πίνακες, αλλά τα πήρε μαζί του όταν στις 22 Νοεμβρίου του 1995, δύο εκτελεστές τον «γάζωσαν» με αυτόματα σε προάστιο της Βοστώνης.
Ακόμη και σήμερα οι επισκέπτες του Μουσείου «Ιζαμπέλλα Γκάρντνερ» νιώθουν ένα περίεργο μούδιασμα όταν εισέρχονται στην αίθουσα που κρεμόντουσαν τα αριστουργήματα του Ρέμπραντ και του Βερμέερ. Εκεί υπάρχουν ακόμη μόνο οι άδειες κορνίζες από τις οποίες αφαιρέθηκαν βίαια εκείνο το παγωμένο βράδυ του Μάρτη με μια παράτολμη ληστεία που συντάραξε τον κόσμο της Τέχνης.
protothema.gr










