Η σωστή ημερομηνία θανάτου του είναι στις 30 Αυγούστου το 1974 και όχι στις 31 Αυγούστου
«Λευκωσία, Κύπρος, 31 Αυγούστου – Ο διακεκριμένος ελληνοκύπριος ναϊφ ζωγράφος , πέθανε σήμερα σε ηλικία 89 ετών έπειτα από ξυλοδαρμό του, πριν από δύο εβδομάδες, από τουρκικά στρατεύματα, όπως ανέφερε το ραδιόφωνο της Κύπρου. Ο κύριος Κκάσσιαλος άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική στην ηλικία των 60 ετών, έπειτα από την αφυπηρέτηση του ως τσαγγάρης, στο χωριό Άσσια το οποίο βρίσκεται νοτιοδυτικά της Λευκωσίας. Έκανε εκθέσεις στο εξωτερικό και τη χρονική στιγμή που εκδηλώθηκε η τουρκική εισβολή, ετοιμαζόταν να εκθέσει τα έργα του στη Νέα Υόρκη».
Το δημοσίευμα, της 1ης Σεπτεμβρίου της εφημερίδας «Τhe New York Times », μπορεί να περιέχει ένα σημαντικό λάθος το οποίο αφορά την ημερομηνία του θανάτου του Κκάσσιαλου αλλά αναφέρει μια πολύτιμη πληροφορία η οποία όπως θα φανεί στο παρόν δημοσίευμα , δημιουργεί πολλές υποχρεώσεις και καταδεικνύει τις τεράστιες διαχρονικά ευθύνες της πολιτείας σε ό,τι αφορά τη διάσωση του έργου του Ασσιώτη Πατέρα της Ναϊφ Ζωγραφικής η οποία αποτελεί μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Ο Μιχαήλ Κκάσσιαλος, άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Αυγούστου 1974 στη Λάρνακα, όπως μαρτυρούν έγκυρες πηγές αλλά και το ταπεινό του μνήμα στο νεκροταφείο του Αγίου Γεωργίου Λάρνακας πάνω στο οποίο είναι χαραγμένα με κεφαλαία γράμματα τα εξής λόγια: Ας προσέξουμε την πληροφορία την οποία δίνει το δημοσίευμα της εφημερίδας Τhe Νew York Times ότι ο Κκάσιαλος προετοιμαζόταν να εκθέσει έργα του στη Νέα Υόρκη.

Την πληροφορία αυτή, επιβεβαίωσε τόσο ο υιός του Μιχαήλ Κκάσσιαλου, ο Κυριάκος Κκάσσιαλος, ο οποίος απεβίωσε στις 20 Μαϊου 2025 αλλά και άλλα άτομα από το οικογενειακό περιβάλλον του Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλου τα οποία πιο συγκεκριμένα ανέφεραν πως η έκθεση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Museum of Modern Art New York το 1975. Την υλοποίηση της προσπάθειας αυτής , στήριζε ο γιος του μεγάλου δημιουργού, ο Παντελής Κκάσσιαλος ο οποίος ζούσε μόνιμα στις Η.Π.Α και απεβίωσε έξι μήνες πριν την τουρκική εισβολή, σε ηλικία 48 ετών, τον Ιανουάριο του 1974.

Η επιθυμία του Κκάσσιαλου, για να εκθέσει τα έργα του στη Νέα Υόρκη, αρχίζει το 1968, όπως τεκμηριώνεται από την αλληλογραφία του με λειτουργούς της Μορφωτικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και της Ελληνικής Πρεσβείας στη Λευκωσία. Σε μια επιστολή του στην Ελληνική Πρεσβεία, επειδή δε γνώριζε σε ποιον ακριβώς να απευθυνθεί, με την προσφώνηση «αγαπητέ φίλε», ανέφερε το αίτημά του λέγοντας ανάμεσα σε άλλα:
«Νομίζω να με έχης ακούση εις τας Εφημερίδας και σε Περιοδικά. Είμαι ο Πρώτος Κύπριος Λαϊκός Καλλιτέχνης θέλω να κάμω μιαν έκθεσιν λαϊκής τέχνης εις την Αμερικήν δια να τιμήσωμεν την Κύπρον μας…» ( Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος, Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας , 1976).
Οι εξαιρετικές κριτικές για το έργο του τις οποίες είχε αποκομίσει από την έκθεσή του στο Ινστιτούτο Κοινοπολιτείας του Λονδίνου το 1967 καθώς και η συμμετοχή του σε τρεις ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα την ίδια χρονιά, γέννησαν στην ψυχή του την επιθυμία να πραγματοποιήσει το φιλόδοξο σχέδιό του.
Η αδυναμία όμως…να δοθεί δεξίωση είτε από τον Κκάσιαλο είτε από φίλους του κατά τα εγκαίνια της εκθέσεως, πράγμα απαραίτητο για την εξασφάλιση γκαλερί, στάθηκε ο λόγος, σύμφωνα με το βιβλίο «Μιχαήλ Χρ. Κκάσιαλος» (Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας, 1976), που αυτή δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί.
Έργα που πωλούνται σε δημοπρασίες ίσως να μην είναι αυθεντικά
«Που εφύαμεν, το σπίτιν ήτουν γεμάτον πίνακες. Καμιάν σαρανταρκάν. Μπορεί τζαι περίτου. Ο παπάς μου εν έθελεν να φύει να τους αφήκει», δήλωνε με πίκρα και παράπονο ο Κυριάκος Κκάσσιαλος αναφερόμενος στα τραγικά γεγονότα της Β΄ Φάσης της τουρκικής εισβολής, όταν ο τουρκικός στρατός εισέβαλε στην Άσσια και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Γεμάτον πίνακες… Τί απέγιναν οι σαράντα περίπου πίνακες του Μιχαήλ Κκάσσιαλου; Κλάπηκαν από τους τούρκους. Πωλήθηκαν σε δημοπρασίες.
Η δυνατή μνήμη του Κυριάκου Κκάσσιαλου του επέτρεπε να περιγράφει κάποιους από αυτούς τους πίνακες οι οποίοι μέχρι τον Αύγουστο του 1974 ήταν στο πατρικό του σπίτι κι οι περιγραφές του ταίριαζαν απόλυτα με έργα του Κκάσσιαλου τα οποία είχαν πωληθεί σε δημοπρασίες… Και κάπου εδώ προκύπτουν ερωτήματα και προβληματισμοί. Πόσα έργα άραγε από αυτά που έχουν πωληθεί στις διάφορες δημοπρασίες έχουν αγοραστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία από το 1974; Γιατί η πλειοψηφία των έργων σε δύο μεγάλες εκθέσεις οι οποίες περιελάμβαναν αποκλειστικά έργα του Μιχαήλ Κκάσιαλου ( 2000 και 2024) προέρχονταν από ιδιωτικές συλλογές; Και ένα άλλο ερώτημα το οποίο δεν είναι καθόλου άσχετο με το θέμα μας.
Πόσο βέβαιοι είμαστε για τη γνησιότητα των έργων τα οποία παρουσιάζονται ως αυθεντικά έργα του Κκάσσιαλου και πωλούνται στις διάφορες δημοπρασίες με δ ε δ ο μ έ ν ο ότι στις κατεχόμενες περιοχές γίνεται όργιο πλαστογραφίας των έργων του;
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το άρθρο του ιστορικού Δρος Πέτρος Παπαπολυβίου «Σκοτώνοντας έναν ζωγράφο: Το μαρτύριο του Μιχαήλ Κάσιαλου» στο οποίο περιέχονται οι δηλώσεις δύο κορυφαίων ομότεχνων του, του Σπύρος Βασιλείου και του Α. Τάσσου, όπως αυτές αποτυπώθηκαν μετά το θάνατό του. (Πηγή: Εφημ. Τα Νέα (Αθήνα), 4 Σεπτεμβρίου 1974, σελ. 2.)

«Και τώρα ένα ακόμα τραγικό άγγελμα θανάτου. Οι Τούρκοι ληστέψανε και βασανίσανε θανάσιμα τον Κάσσιαλο. Όσοι από μας έτυχε να γνωρίσουμε τον ενενηντάρη γέροντα και να χαρούμε το έργο του, γονατίζουμε μπροστά στο νωπό μνήμα του αδικοσκοτωμένου ραψωδού της κυπριακής γης και των ανθρώπων της. Το έργο του, γνωστό και πέρα από το τραγικό νησί με το βαθύ και τίμιο χρώμα του και με την πάνσοφη στην απλότητα φόρμα του θα μένει μαρτυριά καυτή για τον άδικο ξολοθρεμό.
Εμείς, Έλληνες καλλιτέχνες, θέλουμε να βροντοφωνάξουμε σε όσους πολιτισμένους θέλουν και μπορούν να ακούσουν: Είναι δυνατόν στις μέρες μας στον αιώνα που τίμησε τον τελωνοφύλακα Ρουσώ, τον φουστανελλά Θεόφιλο, τον βρακοφόρο Κάσσιαλο να γίνεται ανεκτή τόση βαρβαρότητα;»
Λόγια ηφαιστειώδη, σαν λάβα απάνω σε όσα δεν κάναμε για τον δημιουργό μας… «Διά να τιμήσωμεν την Κύπρον μας», πρέπει να τιμήσωμεν τον Κκάσσιαλο. Είναι χρέος εθνικό να δημιουργηθεί το «Μουσείο Μιχαήλ Χρ. Κκάσσιαλος». Ελπίζουμε πως οι αρμόδιοι οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα θα το πράξουν σύντομα. Αρκετός χρόνος χάθηκε. 51 χρόνια πέρασαν και πλέον «δε γίνεται ανεκτή τόση» πολιτιστική «βαρβαρότητα».
Φιλελεύθερος 30.8.2025