11 Απριλίου, 2026
8:52 μμ

Η ψηφιακή μετάβαση δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική προοπτική. Είναι ήδη η νέα πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργούν οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι και οι οικονομίες. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, η αξιοποίηση δεδομένων και οι νέες ψηφιακές υποδομές αλλάζουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται αξία, οργανώνεται η εργασία και διαμορφώνεται η ανταγωνιστικότητα.

Για την Κύπρο, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να επιταχύνει την προσαρμογή της οικονομίας της στα νέα δεδομένα και αφετέρου να διασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, θα μπορέσουν να ανταποκριθούν χωρίς να επιβαρυνθούν από δυσανάλογα βάρη συμμόρφωσης.

Το αρχικό ζητούμενο της ψηφιακής μετάβασης ήταν η υιοθέτηση τεχνολογιών. Σήμερα, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί στην αξιοποίηση της τεχνολογίας για αύξηση της παραγωγικότητας, ώθηση της καινοτομίας και τη δημιουργία ποιοτικότερων θέσεων εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς κατάλληλα καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό και η αναντιστοιχία δεξιοτήτων παραμένει ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια.

Οι επιχειρήσεις χρειάζονται εργαζόμενους με ψηφιακές, τεχνικές αλλά και οριζόντιες δεξιότητες, όπως προσαρμοστικότητα, κριτική σκέψη και ικανότητα συνεχούς μάθησης. Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων, οι δημογραφικές τάσεις και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας καθιστούν τη δια βίου μάθηση και τις ευέλικτες μορφές κατάρτισης στρατηγικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την απασχολησιμότητα των εργαζομένων.

Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται πλέον μόνο σε εθνικό επίπεδο. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση επαναπροσδιορίζει το ρυθμιστικό της πλαίσιο με στόχο μια οικονομία πιο καινοτόμο, πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις και πιο ανταγωνιστική. Στην αιτιολογική έκθεση της νέας δέσμης μέτρων Omnibus για τον ψηφιακό τομέα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι απαιτούνται άμεσες και ορατές βελτιώσεις, ώστε οι κανόνες να εφαρμόζονται με τρόπο οικονομικά αποδοτικότερο και πιο φιλικό προς την καινοτομία, χωρίς να θίγονται τα υψηλά πρότυπα και οι στόχοι πολιτικής της Ένωσης. Η βασική φιλοσοφία είναι σαφής: λιγότερη πολυπλοκότητα, περισσότερη σαφήνεια, μικρότερο διοικητικό κόστος και ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις επιχειρήσεις στην Κύπρο. Σε ένα περιβάλλον όπου οι ρυθμιστικές απαιτήσεις πολλαπλασιάζονται, η απλούστευση δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια αλλά παράγοντας που επηρεάζει την δυνατότητα των επιχειρήσεων να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα και να αναπτυχθούν. Η επίδραση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη στην περίπτωση των επιχειρήσεων που δεν διαθέτουν εξειδικευμένη τεχνογνωσία ή τους πόρους για να διαχειριστούν ένα πολύπλοκο και σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο, όπως είναι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκή Επιτροπής στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων Omnibus για τον ψηφιακό τομέα αναγνωρίζει ακριβώς αυτή την ανάγκη, προβλέποντας διευκολύνσεις όχι μόνο για τις ΜΜΕ, αλλά και για μικρές επιχειρήσεις μεσαίας κεφαλαιοποίησης, επεκτείνοντας μέτρα που μειώνουν τον φόρτο συμμόρφωσης και ενισχύουν τη νομική σαφήνεια.

Ο Κανονισμός δίδει επίσης έμφαση που στην οικονομία των δεδομένων. Η ευρωπαϊκή προσέγγιση επιδιώκει να ενοποιήσει και να εξορθολογήσει διάσπαρτους κανόνες, ώστε να δημιουργηθεί ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο για την ανταλλαγή, επαναχρησιμοποίηση και αξιοποίηση δεδομένων. Αυτό δεν αφορά μόνο μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές ή τεχνολογικούς γίγαντες αλλά και τις επιχειρήσεις στην Κύπρο που καλούνται να λειτουργήσουν σε μια διεθνοποιημένη οικονομία όπου τα δεδομένα και η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν μέσο ανάπτυξης.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρόβλεψη για ενιαίο σημείο εισόδου στην αναφορά κυβερνοπεριστατικών και παραβιάσεων δεδομένων. Η αρχή «μία αναφορά, πολλαπλοί αποδέκτες» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η Ευρώπη επιχειρεί να μετατρέψει τη συμμόρφωση από περίπλοκη και πολυδαίδαλη διαδικασία σε πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό μηχανισμό. Για τις επιχειρήσεις, αυτό μεταφράζεται σε λιγότερο διοικητικό βάρος, καλύτερη οργάνωση και μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου.

Ασφαλώς, η τεχνολογία και οι κανόνες από μόνοι τους δεν αρκούν. Χρειάζεται μια συνολική στρατηγική που να συνδέει την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την παραγωγή με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η στενότερη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και κράτους είναι απαραίτητη, ώστε τα προγράμματα σπουδών και οι δράσεις κατάρτισης να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις. Η ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων από νεαρή ηλικία, η προώθηση τεχνολογικής εκπαίδευσης και η καλλιέργεια κουλτούρας συνεχούς μάθησης στους χώρους εργασίας είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για να μειωθεί το χάσμα δεξιοτήτων και να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες της νέας οικονομίας.

Η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ) παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις αυτές και μεταφέρει με συνέπεια στις αρμόδιες αρχές και φορείς τις εμπεριστατωμένες θέσεις, αλλά και τους προβληματισμούς της επιχειρηματικής κοινότητας. Ταυτόχρονα, αναπτύσσει και υλοποιεί πολυάριθμες επιδοτούμενες δράσεις κατάρτισης από τις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να επωφεληθούν και να λάβουν εξατομικευμένη καθοδήγηση και υποστήριξη.

Για την ΟΕΒ, η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί εθνική προτεραιότητα για την αναβάθμιση του παραγωγικού ιστού. Η πρόκληση, επομένως, δεν εξαντλείται στην υιοθέτηση νέων εργαλείων ή στη συμμόρφωση με ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά στην ικανότητά μας να διαμορφώσουμε ένα περιβάλλον στο οποίο η καινοτομία, οι δεξιότητες και η επιχειρηματικότητα θα λειτουργούν συμπληρωματικά και σε συνέργεια προς την ίδια κατεύθυνση. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις η ψηφιακή μετάβαση μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό αναπτυξιακό αποτύπωμα για τις επιχειρήσεις την οικονομία του τόπου μας.

* Λειτουργός, Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού (ΟΕΒ)

Exit mobile version