Η Βουλή ενέκρινε σήμερα τις δύο προτάσεις νόμου για πάταξη της διαφθοράς που κατέθεσε η βουλεύτρια Ειρήνη Χαραλαμπίδου, οι οποίες αφορούν στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς και στον Έφορο Φορολογίας.
Ουσιαστικά, εγκρίθηκε η τροποποίηση του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου, ώστε να θεσπιστεί η υποχρέωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνει εμπλοκή αξιωματούχου σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, να ενημερώνει τον Έφορο Φορολογίας, ώστε ο τελευταίος να προβαίνει σε φορολογικό έλεγχο δυνάμει των διατάξεων της οικείας νομοθεσίας. Αποσαφηνίζεται ότι η Αρχή θα ενημερώνει τον Έφορο Φορολογίας για εμπλοκή αξιωματούχου ή δημόσιου λειτουργού σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, αφού συντάξει σχετική έκθεση για το θέμα, την οποία θα του αποστέλλει.
Η Βουλή ενέκρινε επίσης την τροποποίηση του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, ώστε ο Έφορος Φορολογίας, σε περίπτωση που ενημερωθεί από την Αρχή ότι έχει εκδοθεί πόρισμά της το οποίο περιλαμβάνει ευρήματα που δυνατό να καταδεικνύουν εμπλοκή αξιωματούχου σε ενδεχόμενη διάπραξη αδικημάτων διαφθοράς, να δύναται να προβεί σε φορολογικό έλεγχο του εν λόγω αξιωματούχου.
Μετά την κατάθεση της πρότασης, επήλθε τροποποίηση ώστε να απαλειφθούν οι σχετικές πρόνοιες που αφορούν στον έλεγχο από τον Έφορο Φορολογίας της κινητής και ακίνητης περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών, των επενδύσεων, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων αξιωματούχου ή δημόσιου λειτουργού εκτός Κύπρου. Παράλληλα, προνοείται πως τα αποτελέσματα του ελέγχου που διενεργεί ο Έφορος Φορολογίας, πέρα από την κοινοποίησή τους στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, θα διαβιβάζονται και στην Αρχή.
Σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις, οι εν λόγω ρυθμίσεις κρίθηκαν αναγκαίες, ώστε να καθίσταται δυνατή η ενεργοποίηση διαδικασιών φορολογικού ελέγχου στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις απόκρυψης εισοδημάτων ή περιουσιακών στοιχείων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα οικονομικά δεδομένα.
Σε τοποθέτησή της στην Ολομέλεια η κ. Χαραλαμπίδου είπε πως ουσιαστικά όταν η Αρχή Κατά της Διαφθοράς ετοιμάζει ένα πόρισμα και διαπιστώνει ότι υπάρχουν σοβαρές οικονομικές πτυχές, με την ολοκλήρωση του πορίσματος θα το στέλνει στον Γενικό Εισαγγελέα και υποχρεωτικά σε διάστημα ενός μηνός θα ενημερώνει και τον Έφορο Φορολογίας ο οποίος θα λειτουργεί ως προς τον οικονομικό έλεγχο του αξιωματούχου που εμπλέκεται.
Οι προτάσεις νόμου ψηφίστηκαν ομόφωνα σε νόμο.


