Ο τρόπος με τον οποίο η άτυχη Γεωργία τύγχανε παρακολούθησης, ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας κατά τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο Λάρνακας, βρίσκεται στο μικροσκόπιο των δύο ερευνών που είναι σε εξέλιξη και αφορούν τα αίτια που οδήγησαν στον θάνατό της.
Σημαντικά για την εξέλιξη της υπόθεσης θεωρούνται και τα αποτελέσματα της νεκροτομής επί της σορού της που προγραμματίστηκε για σήμερα, ενώ η Αστυνομία θα αναμένει την έκθεση γεγονότων που ετοιμάζεται από τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, από ερευνώντα λειτουργό που έχει οριστεί, ώστε να προχωρήσει στη συνέχεια στη λήψη καταθέσεων από το προσωπικό του νοσηλευτηρίου.
Οι καταγγελίες της οικογένειας της 42χρονης, δύο ημέρες μετά το επεισόδιο που είχε ως αποτέλεσμα να διασωληνωθεί, ερευνώνται από τον ΟΚΥπΥ. Από την έρευνα, ενδεχομένως, να εντοπιστούν πειθαρχικά αδικήματα για κάποια από τα μέλη του προσωπικού που βρισκόταν τη συγκεκριμένη ημέρα στο καθήκον.
Η οικογένεια, όπως είχε γίνει γνωστό, είχε καταγγείλει ότι η ίδια η 42χρονη είχε επικοινωνήσει με συγγενικά της πρόσωπα αναφέροντας ότι πατούσε επανειλημμένα το κουδούνι για να ζητήσει βοήθεια προκειμένου να μεταβεί στην τουαλέτα, χωρίς, ωστόσο, να τύχει ανταπόκρισης.
Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, βρίσκεται υπό το μικροσκόπιο και της Αστυνομίας, η οποία, όπως έγινε γνωστό, διερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες η Γεωργία σηκώθηκε από το κρεβάτι της με αποτέλεσμα να πέσει και να χτυπήσει στο κεφάλι. Από πλευράς Αστυνομίας, ο λειτουργός του γραφείου Τύπου, Χριστόδουλος Κόνσολος, ανέφερε ότι η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη και αναμένεται ότι θα ολοκληρωθεί σύντομα. Παρέπεμψε, παράλληλα, στα αποτελέσματα της νεκροτομής επί της σορού της γυναίκας.
Σε ό,τι αφορά την έρευνα που διεξάγει ο ΟΚΥπΥ, σε δηλώσεις του ο εκπρόσωπος Τύπου του Οργανισμού, Χαράλαμπος Χαριλάου, ανέφερε ότι «έχει οριστεί ερευνών λειτουργός ο οποίος, οφείλει να ολοκληρώσει τη διερεύνηση της υπόθεσης εντός 20 εργάσιμων ημερών, εκτός κι αν ζητήσει παράταση, κάτι το οποίο δεν έχει πράξει, μέχρι αυτή τη στιγμή» και ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα πρέπει να αναμένεται μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
Μέχρι τώρα, είπε ο κ. Χαριλάου, «έγινε η πρώτη καταγραφή γεγονότων και αναμένεται ότι θα έχουμε αποτέλεσμα στο τέλος αυτής της εβδομάδας. Εάν κριθεί ότι προκύπτουν ζητήματα, πειθαρχικά ή ποινικά θα κινηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες».
Υπενθυμίζεται ότι η γυναίκα βρισκόταν σε νοσηλεία έπειτα από χειρουργική επέμβαση υστερεκτομής στην οποία υποβλήθηκε στις 16 περασμένου Ιανουαρίου. Ωστόσο, και όπως αναφέρεται σε επιστολή καταγγελία προς το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, δύο ημέρες αργότερα, στις 18 Ιανουαρίου, η οικογένεια της 42χρονης ενημερώθηκε αιφνιδιαστικά ότι η γυναίκα είχε υποστεί σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο και είχε περιέλθει σε κωματώδη κατάσταση, η οποία χαρακτηρίστηκε από τους θεράποντες ιατρούς ως μη αναστρέψιμη.
Αναφέρεται, επίσης, ότι η γυναίκα είχε εκφράσει έντονη ζάλη και είχε ζητήσει να μην αφαιρεθεί ο καθετήρας, καθώς δεν ένιωθε σε θέση να μετακινηθεί με ασφάλεια.
Την ίδια ώρα και εν αναμονή της ολοκλήρωσης της έρευνας του ΟΚΥπΥ, ο υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης ανέφερε μιλώντας στον «Φ» ότι τόσο αυτή τη στιγμή ως Υπουργός, «όσο και πριν την ανάληψη των καθηκόντων μου, ως δικηγόρος, διαπιστώνω σημαντικές καθυστερήσεις στην πορεία που ακολουθούν τέτοιες υποθέσεις ακόμα και όταν υπάρξουν ευρήματα και παίρνουν τον δρόμο της Δικαιοσύνης. Η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων είναι χρονοβόρα, μπορεί να πάρει πέραν των δέκα ετών.
Επιπρόσθετα, ο Υπουργός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι όντως εντοπίζεται «και απροθυμία από πλευράς των επιστημόνων, οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις, αρνούνται να βοηθήσουν με τη μαρτυρία τους στη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Αυτό το αναφέρω γενικά για παρόμοιας φύσης υποθέσεις και δεν αναφέρομαι στη συγκεκριμένη περίπτωση», ξεκαθάρισε ο κ. Χαραλαμπίδης. «Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να ολοκληρωθεί μια αστυνομική έρευνα, αλλά το να υπάρξει η σωστή μαρτυρία για να μπορέσει μια υπόθεση να οδηγηθεί στο δικαστήριο. Εδώ είναι που φαίνεται ότι έχουμε κάποια ζητήματα», εξήγησε.
Για τη συγκεκριμένη υπόθεση ο υπουργός Υγείας ανέφερε ότι ο ίδιος είχε παραλάβει «την ίδια επιστολή-καταγγελία που είχε αποστείλει η οικογένεια στον ΟΚΥπΥ. Απουσίαζα στο εξωτερικό αλλά την ίδια ημέρα ζήτησα να γίνει έρευνα και ενημερώθηκα ότι ο Οργανισμός είχε ήδη αρχίσει τη διερεύνηση των όσων αναφέρονταν».


