23 Φεβρουαρίου, 2026
12:02 μμ

Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την πρώτη είσοδο στις αίθουσες σύνταξης και μετά από 25 χρόνια αδιάλειπτης καθημερινής παρουσίας με τα «Εφήμερα» στις σελίδες του Φιλελεύθερου, παρέδωσε το τελευταίο της κείμενο (βλ. σελ. 3 του ενθέτου Ελεύθερα) και επιλέγει οριστικά τη σιωπή.

Με αφορμή την επετειακή έκδοση «Χρυστάλλα Χατζηδημητρίου– Εφήμερα και Διαχρονικά», που θα κυκλοφορήσει την επόμενη Κυριακή με σχέδια της Μαρίας Περεντού, συναντηθήκαμε με την καλή συνάδελφο στο σπίτι της, μαζί με τις γάτες της, για μια συζήτηση-απολογισμό. Μίλησε για την κούραση και τη ματαιότητα, για την αίσθηση καθήκοντος που συνοδεύει τη δημοσιογραφική πράξη και για το δικαίωμα στην αποχώρηση. Ένας αποχαιρετισμός που υπερβαίνει το προσωπικό και αγγίζει το ίδιο το νόημα του δημόσιου λόγου σήμερα.

Πώς μπορεί κανείς να σταματήσει απότομα μια σχεδόν «βιολογική λειτουργία» χωρίς στερητικό σύνδρομο; Δεν έγινε απότομα, το αντίθετο. Εδώ και καιρό νιώθω ότι δεν θέλω πλέον να συνεχίσω και εξέφρασα την επιθυμία. Διάφορες συγκυρίες και εκκρεμότητες έδωσαν, μετά από συζήτηση με τον Νίκο Παττίχη, παράταση ενός χρόνου. Όταν το έχεις πάρει απόφαση, μετά είναι όπως όταν ανεβαίνεις ένα βουνό και δεν αντέχεις να κάνεις άλλο βήμα. Μου τελείωσε, άδειασα. Ή, αν θες, γέμισε ο σκληρός δίσκος και θέλω να απελευθερωθώ από το φορτίο. Όντως έγινε βίωμα και το να πρέπει να βρίσκεις οπωσδήποτε κάτι να πεις καταλήγει στο τέλος μια τελετουργία κουραστική.

Τι σε κούρασε περισσότερο; Η καθημερινή στήλη. Παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν που με καθιέρωσε και μου έδωσε ταυτότητα και στίγμα στην κοινωνία, ταυτόχρονα ήταν κι αυτό που με «σκότωσε». Η αντοχή εξαντλήθηκε. Όταν βλέπεις ότι αυτό που κάνεις δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα, απλώς γράφεις από συνήθεια και παίρνεις έναν μισθό να βιοπορίζεσαι, κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι δεν έχει νόημα. Εμένα, τουλάχιστον, δεν μου προσφέρει τίποτα πλέον.

Νιώθεις ότι είναι μάταιο αυτό που κάνουμε; Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Παλιότερα ένιωθα και εισέπραττα ότι υπήρχε αντίκτυπος. Σε διάβαζε ο κόσμος, προβληματιζόταν, θίγονταν οι εξουσίες κι ενίοτε έπαιρναν τηλέφωνο για εξηγήσεις, να πουν τη δική τους εκδοχή. Πλέον, το αφήνουν να περάσει. Κανένας δεν συγκινείται. Δεν θυμάμαι πότε κάποιος επικοινώνησε μαζί μου τα τελευταία χρόνια, που να ένιωσε θιγμένος, να μου πει ότι τον αδίκησα και δεν είναι έτσι τα πράγματα. 

Μήπως η εξουσία έχει αποδεχτεί πια τη δημόσια παρέμβαση ως μέρος του παιχνιδιού; Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά μάλλον είναι επειδή η κριτική που υπόκειται πλέον με διάφορους τρόπους κάθε εξουσία είναι τόσο έντονη και καταιγιστική και χάνεται μέσα σ’ έναν κυκεώνα παρεμβάσεων. Χωρίς, βέβαια, να εννοώ πως όλες οι απόψεις που διατυπώνονται ακούγονται το ίδιο κι έχουν την ίδια βαρύτητα. Ένιωσα ότι η άποψή μου ακούγεται πλέον μόνο στους κύκλους των ομοϊδεατών, όσων θα συμφωνήσουν και θα προσθέσουν κάτι πάνω σ’ αυτό που λες.

Τώρα που τα κείμενά σου εκδίδονται σε τόμο, νιώθεις ότι εμμέσως διαψεύδεται ο τίτλος της στήλης, «Εφήμερα»; Γράφτηκαν ως εφήμερα. Εγώ δεν θα προχωρούσα ποτέ σε έκδοση, ήταν επιθυμία του εκδότη. Αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να ανατρέξω στη διαδρομή από το 2000 μέχρι το 2025 και να κάνω μια επιλογή, κάτι δύσκολο, αφού μιλάμε για χιλιάδες κείμενα. Η διαδικασία εντοπισμού και επιλογής ήταν περίπλοκη. Τελικά, καταλήξαμε σε 100 κείμενα.

Αγκαλιά με τη γάτα της, τη Μουστακί. © Δημήτρης Βαττής

Ανάμεσα σ’ αυτά τα χιλιάδες κείμενα, ποια σου έμειναν πιο πολύ στη μνήμη; Τα πιο προσωπικά. Εκείνα που αφορούσαν δικά μου πράγματα.

Τώρα που τα ξαναείδες, δεν ένιωσες ότι κάποια στέκουν ακόμη και τελικά δεν ήταν και τόσο εφήμερα; Ναι, εξ ου και ο τίτλος της έκδοσης είναι «Εφήμερα και Διαχρονικά». Όντως βλέπεις συχνά τα ίδια θέματα να συζητιούνται: ο Ακάμας, οι φυλακές, το υδατικό, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, θέματα περιβάλλοντος. Κάποια ανακυκλώνονται, πάνε κι έρχονται. Θα έπρεπε να είναι εφήμερα, αλλά δεν είναι. Μάλλον, δεν έπιασαν τόπο όσα γράφαμε. Αν αλλάζουν τα πράγματα, αλλάζουν αργά.

Ο Σταύρος Χριστοδούλου μιλά για «μια φωνή που ξεχώριζε μέσα στη βαβούρα». Εσύ πώς βίωνες αυτή τη φωνή; Δεν ξέρω. Γράφεις και είσαι ο εαυτός σου. Το γεγονός ότι ήμουν απόμακρη και αποστασιοποιημένη με βοήθησε να γράφω τις αλήθειες μου, με τον τρόπο που εγώ τις αντιλαμβάνομαι. Αυτό ίσως σε κάνει πιο ειλικρινή και ακέραιο, ή ανεπηρέαστο. Δεν είχα επαφές, διατηρούσα απόσταση ασφαλείας. Οπότε, η ηρεμία στη φωνή μπορεί να έχει σχέση μ’ αυτό.

Έχεις μετανιώσει ποτέ για κάτι που έγραψες; Όχι για κάτι συγκεκριμένο, αλλά σίγουρα αδίκησα ανθρώπους. Κάποιες φορές συμβαίνουν πράγματα και είσαι παθιασμένος. Μετά αναρωτιέσαι μήπως ήσουν θύμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, μήπως παρασύρθηκες ή δεν είχες τη σωστή πληροφόρηση. Γι’ αυτό, απέφυγα να περιλάβω «σκληρά» κείμενα στην έκδοση. Προτίμησα κάποια πιο γλαφυρά και ανώδυνα, που δεν έχουν να κάνουν με έντονα γεγονότα που είχαν ανάλογες αντιδράσεις.

Απέναντι σε ποιον ένιωθες ότι γράφεις; Την εξουσία; Την αδικία; Την ανοησία; Ή μήπως τον ίδιο σου τον εαυτό; Απέναντι σε όλα, νομίζω. Κάποιες φορές, θα μπορούσε όντως να ήταν απέναντι στον εαυτό μου, κάτι σαν ημερολόγιο. Τις πλείστες ήταν απέναντι στην εξουσία, στην προσπάθεια να θίξω κάτι. Εισέπραττα, όμως, ότι κάποιος ένιωθε ότι σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο και δεν ήταν μόνος. Το πιο σημαντικό ήταν αυτό. Πλέον, ο καθένας εκφράζεται. Τη δεκαετία του 1990 και του 2000, πριν τα ΜΚΔ, κάποιοι ένιωθαν ότι δεν είχαν φωνή κι ίσως έβρισκαν σε μένα ένα αποκούμπι.

© Δημήτρης Βαττής

-Δεν ασχολήθηκες ιδιαίτερα με τα ΜΚΔ. Γιατί; Συνέβη συνειδητά. Τα θεωρώ πηγή θορύβου και σπατάλη χρόνου. Ακόμη κι αν σε εκθειάζουν και σε χειροκροτούν, επηρεάζεσαι. Μπορεί να πέσεις στην παγίδα να αναζητήσεις μια μανιέρα για να είσαι αρεστός.

Δεν θέλεις να έχεις πια κάποιο δημόσιο βήμα οποιουδήποτε είδους; Αυτή τη στιγμή, όχι. Θέλω ηρεμία, αποχή. Θα παρακολουθώ τα πράγματα. Αλλά νιώθω καλά που πλέον δεν θα πρέπει να γράψω για την Ειρήνη και το ΑΚΕΛ, για τον Φαίδωνα κ.ο.κ. Όταν ασχολείσαι σε τέτοιο βαθμό με την καθημερινότητα το μυαλό μολύνεται. Δεν θα μου λείψει η παρέμβαση. Είχα πρόταση για τις βουλευτικές, αλλά αρνήθηκα κατηγορηματικά. Δεν περνάς στην άλλη όχθη από τη μια μέρα στην άλλη. Ακόμη ξυπνώ και η ρουτίνα με κυνηγάει: ν’ ανοίξω το κομπιούτερ, να δω email, να διαβάσω εφημερίδες. Είμαι σε μεταβατική περίοδο.  

Πώς διαχειρίστηκες τη σχέση με τους αναγνώστες; Μάλλον απευθυνόμουν σε αόρατο συνομιλητή. Δεν με επηρέαζαν οι αντιδράσεις. Προσπάθησα να κρατηθώ μακριά από θετικά ή αρνητικά σχόλια. Με τα χρόνια, ανέπτυξα κάποιες προσωπικές, φιλικές σχέσεις, είτε γραπτώς είτε τηλεφωνικώς, με ανθρώπους που επεδίωξαν οι ίδιοι να έρθουν σε επαφή μαζί μου.

Έχει απομείνει μέσα σου μια φωνή που να αντιστέκεται στην ιδέα της πλήρους απόσυρσης; Όχι, δεν ακούω κάτι. Αν υπάρχει θα είναι σιγανή (γέλια). Ήταν τόσο έντονη η επιθυμία να σταματήσω, που τώρα θέλω την απόλυτη σιωπή. Και σ’ αυτή θα περιέλθω. Με περιμένει ο κήπος μου, οι γατούλες μου, διάφορες χειρωνακτικές ασχολίες.

Όταν μπήκες στη δημοσιογραφία, τι πίστευες ότι θα καταφέρεις; Θυμάσαι το πρώτο σου, αφελές ίσως, όνειρο; Ναι, πιστεύαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο. Ίσως να ήταν και οι εποχές τέτοιες. Νομίζαμε όντως ότι με τη δημοσιογραφία αλλάζουν κάποια πράγματα, επειδή παρεμβαίνεις, αναδεικνύεις, θίγεις. Ξεκίνησα από το κοινωνικό ρεπορτάζ και τότε προέκυπταν θέματα που δεν ήταν αυτονόητα. Θυμάμαι λ.χ. υποθέσεις που αφορούσαν τους ομοφυλόφιλους μεταξύ 1985-1990. Είχαν συλλάβει σε διαμέρισμα ένα ζευγάρι στρατιωτών και τους πήραν στο δικαστήριο. Πήγα σε διάσκεψη τύπου του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Δ. Λιβέρα και με άγνοια κινδύνου «πέταξα» εν αιθρία το ερώτημα πότε θα νομιμοποιηθεί η ομοφυλοφιλία. Κάπως έτσι ξεκινά ένας διάλογος, βάζεις ένα λιθαράκι. Κάτι ανάλογο συνέβη σε θέματα βίας κατά γυναικών κ.λπ. Με κάποιον τρόπο μπορώ να πω ότι συμβάλλαμε, ότι η δημοσιογραφία μπορούσε να έχει αποτύπωμα. Σήμερα, δεν ξέρω αν μπορεί.

© Δημήτρης Βαττής

Ήταν για σένα περισσότερο ανάγκη παρέμβασης ή ανάγκη κατανόησης του κόσμου; Εκ των υστέρων, νομίζω ότι είναι και τα δυο. Δεν ήξερα τότε ότι το έκανα και για τον εαυτό μου, για να κατανοήσω τον κόσμο, αλλά για να συμβάλω στην αλλαγή.

Με τον κόσμο έγινες πιο κυνική ή πιο αυστηρή; Κυνική ήμουν πάντα. Πιο αυστηρή με τον εαυτό μου έγινα. Δεν θέλω πλέον να αναλώνομαι σε πράγματα που δεν μου δίνουν ευχαρίστηση και δεν έχουν αποτέλεσμα.

Έκλαψες ποτέ γράφοντας ένα κείμενο; Έκλαψα πολλές φορές διαβάζοντας κείμενα άλλων. Δικό μου όχι, ούτε διαβάζοντας, ούτε γράφοντας.

Τις μέρες που δεν είχες τίποτα να πεις και παρ’ όλα αυτά έπρεπε να γράψεις, τι έκανες; Υπήρξαν πολλές μέρες που δεν υπήρχε κάτι φανταχτερό στην επικαιρότητα. Αλλά αυτή η πίεση να γράψεις βοηθά να στύψεις το μυαλό σου. Συχνά, ήταν και πιο καλά τα κείμενα εκείνα, διότι χρειάστηκαν περισσότερη προσπάθεια να ψάξεις σε άλλους δρόμους και πεδία, να ξεφύγεις από τα συνηθισμένα.

Ήταν συνειδητή η επιλογή να μη γίνεις ποτέ το πρόσωπο της στήλης; Νομίζω ότι είναι θέμα χαρακτήρα. Δεν το κάνεις συνειδητά, ούτε το επιλέγεις. Δεν αποφασίζεις μια μέρα να γράφεις μ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό είσαι, αυτό κάνεις, αυτό σου βγαίνει. Γι’ αυτό και του καθενός μας η γραφή διαφέρει. Ο καθένας εκφράζει αυτό που είναι. 

  • INFO: H επετειακή έκδοση «Χρυστάλλα Χατζηδημητρίου- Εφήμερα και Διαχρονικά», σε διάλογο με σχέδια της σημαντικής εικαστικού Μαρίας Περεντού, κυκλοφορεί την Κυριακή 1η Μαρτίου.

Ελεύθερα, 22.2.2026

Exit mobile version