Η Κύπρος, ως μια από τις πλέον ηλιόλουστες χώρες στον κόσμο, απολαμβάνει πέραν των 300 ημερών ηλιοφάνειας το χρόνο. Για δεκαετίες δεν ήμασταν σε θέση να αξιοποιήσουμε αυτό το γεγονός. Ενδεχομένως να μπορούσαμε να καλύψουμε το σύνολο της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στο νησί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και κυρίως από φωτοβολταϊκά συστήματα.
Πριν από μερικά χρόνια, αρχίσαμε δειλά – δειλά να εγκαθιστούμε τέτοιου είδους συστήματα και με την συμβολή των κινήτρων που έδωσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις, η χρήση φωτοβολταικών έφτασε σήμερα σε ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό κάλυψης των αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Οι ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια στην Κύπρο χαρακτηρίζονται από υψηλή εποχικότητα, με σημαντικά αυξανόμενη ζήτηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του 2024 η ζήτηση σημείωσε ρεκόρ, ξεπερνώντας τα 1200 MW, με τη μέγιστη ζήτηση να αγγίζει τα 1294 MW τον Ιούλιο. Οι εμπορικές υπηρεσίες καταναλώνουν το 48% και τα νοικοκυριά το 35% της ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο μεταξύ, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά παρουσιάζει ραγδαία αύξηση στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας πλέον σημαντικό πυλώνα του ενεργειακού μείγματος. Σύμφωνα με στοιχεία, τα οποία αφορούν στα τέλη 2024 – αρχές 2025, η Κύπρος έφτασε περίπου τα 797 MW φωτοβολταϊκής ισχύος μέχρι το τέλος του 2024 και ξεπέρασε τα 900 MW το 2025. Ως εκ τούτου, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (με βασική συνιστώσα τα ΦΒ) παρήγαγαν περίπου το 25% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας το 2024. Ωστόσο, αν και υπάρχει μεγάλη εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών, το δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την ενέργεια, οδηγώντας σε υψηλές περικοπές πράσινης ενέργειας (έφτασαν το 47,4% στις αρχές του 2025). Βασική ανάγκη του συστήματος, είναι η αποθήκευση ενέργειας (μπαταρίες) για τη μεταφορά της περίσσειας ηλιακής ενέργειας της ημέρας στις νυχτερινές ώρες.
Πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε σημαντική ανάπτυξη στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων, χωρίς όμως να υπάρξει πρόβλεψη για απορρόφηση της παραγόμενης ενέργειας, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε περικοπές, καταγράφεται ακόμα ένα – ιδιαίτερα σημαντικό – πρόβλημα. Φαίνεται ότι ο καθένας εγκαθιστά φωτοβολταϊκά όπου θέλει. Δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει στρατηγική, δεν υπάρχουν βασικές αρχές για το κομμάτι της εγκατάστασης. Που οδηγεί αυτό; Στο να βλέπουμε φωτοβολταϊκά να «φυτρώνουν» σε γόνιμη και εν δυνάμει καλλιεργήσιμη γη. Αν είναι δυνατό, σε ένα μικρό νησί, με περιορισμένη έκταση να καταστρέφουμε γόνιμη γη για σκοπούς πέραν της καλλιέργειας.
Προ ημερών, με επιστολή της, η Πρωτοβουλία Κατοίκων, Ιδιοκτητών γης και φίλων του Κουτραφά, κατήγγειλε την απαράδεκτη και μαζική, όπως τη χαρακτηρίζει, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πάρκων, ακόμα και σε εξαιρετικά γόνιμη γεωργική γη της κοινότητας. Οι κάτοικοι ζητούν άμεσα ανεξάρτητη περιβαλλοντική μελέτη, θεσμοθέτηση προστασίας της καλλιεργήσιμης γης και ξεσκέπασμα των εμπλεκομένων. Οι κάτοικοι της περιοχής διευκρίνισαν ότι δεν είναι εναντίον της πράσινης ενέργειας. «Αρνούμαστε όμως να θυσιαστεί η γόνιμη γη μας, η χλωρίδα, η πανίδα, το κλίμα της περιοχής και τα υπόγεια ύδατα για μεγάλα εμπορικά συμφέροντα», αναφέρουν.
Εν κατακλείδι, όπως έχουμε προαναφέρει, η χώρα μας ενδεχομένως να μπορούσε να καλύψει το σύνολο των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και κυρίως από φωτοβολταϊκά. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτα και ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει χωρίς σχεδιασμό. Προκύπτουν δύο βασικά ζητήματα. Το πρώτο, είναι το γεγονός ότι το εγκατεστημένο δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την ενέργεια από ΑΠΕ, οδηγώντας σε υψηλές περικοπές και δεύτερο ότι εγκαθίστανται φωτοβολταϊκά σε γόνιμη γη, η οποία μπορεί να καλλιεργηθεί. Ως εκ τούτου, αυτά τα δυο ζητήματα θα ήταν καλό να ξεκαθαρίσουν το συντομότερο, ώστε να μπορεί να συνεχίσει η ανάπτυξη ΑΠΕ και ταυτόχρονα να μην καταστρέφεται γη που μπορεί να καλλιεργηθεί.


