Σε φυλάκιση η οποία όμως αναστάληκε, καταδικάστηκε ένα ζεύγος από τη Λεμεσό μετά από παραδοχή ότι, ο μεν σύζυγος επιτέθηκε άσεμνα δυο φορές σε ανήλικη σε ιδιωτικό φροντιστήριο, ενώ η σύζυγός του ιδιοκτήτρια του υποστατικού, του επέτρεψε να εργάζεται τακτικά σε αυτό και να έχει επαφές με παιδιά χωρίς να έχει εξασφαλίσει σχετικό πιστοποιητικό.
Το εκπληκτικό στην υπόθεση είναι πως χρειάστηκαν οκτώ συνολικά χρόνια για να εκδικαστεί, αφού τα αδικήματα διαπράχθηκαν μέχρι τις 27/1/2018, ενώ η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μόλις την περασμένη εβδομάδα. Ο κατηγορούμενος εκπαιδευτικός ηλικίας 63 ετών παραδέχθηκε δυο κατηγορίες, ότι στις 27.1.2018, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε σε 9χρονη, ενώ της είχε επιτεθεί άσεμνα και σε άγνωστη ημερομηνία μέχρι και τις 27.1.2018, με τον ίδιο τρόπο στο ίδιο φροντιστήριο.
Η σύζυγός του παραδέχθηκε ότι μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2017 και της 27.1.2018, εργοδότησε τον κατηγορούμενο για επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες περιλάμβαναν τακτικές επαφές με παιδιά, ενώ είχε υποχρέωση όπως μην προχωρήσει στην εργοδότησή του, εκτός εάν αυτός θα προσκόμισε πιστοποιητικό ότι δεν περιλαμβάνονταν στο Αρχείο που τηρείται δυνάμει του άρθρου 22(1) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014.
Στην απόφασή της η δικαστής Χρ. Μίτλεττον ανέφερε ότι η τέλεση αδικήματος τέτοιας φύσης σε τέτοιο περιβάλλον προσβάλλει ευθέως την κοινωνικά κατοχυρωμένη προσδοκία προστασίας των παιδιών, η οποία αποτελεί θεμέλιο της εκπαιδευτικής λειτουργίας. Περαιτέρω, διαπιστώνει ότι υπήρξε η επανάληψη της παραβατικής συμπεριφοράς εις βάρος του ίδιου ανήλικου προσώπου, σε διακριτές χρονικές στιγμές, στοιχείο το οποίο, ανεξαρτήτως της έντασης της κάθε μεμονωμένης πράξης, έχει κάποια βαρύτητα, συγκριτικά πάντοτε με ένα μεμονωμένο και απολύτως περιστασιακό συμβάν. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ηλικία της ανήλικης, η οποία ήταν περίπου 9 ετών, σε συνδυασμό με τη σημαντική ηλικιακή διαφορά από τον δράστη, ο οποίος ήταν περίπου 63 ετών, γεγονός το οποίο ενισχύει την εγγενή ανισότητα ισχύος και την ευαλωτότητα του θύματος.
Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, ως στοιχεία που συγκρατούν τη στάθμιση της βαρύτητας, ότι οι πράξεις δεν συνοδεύτηκαν από σωματική βία, εξαναγκασμό, απομόνωση, παραπλάνηση ή σταδιακή προσέγγιση, ούτε προέκυψε προσχεδιασμός με την έννοια οργανωμένης ή συστηματικής εγκληματικής δράσης. Οι ενέργειες συνίσταντο σε στιγμιαία αγγίγματα, πάνω από τα ρούχα, χωρίς σεξουαλικό κίνητρο ή σκοπό, απερίσκεπτα περισσότερο, τα οποία, αν και ποινικά κολάσιμα και κοινωνικά αποδοκιμαστέα, δεν ανήκουν στην ανώτερη βαθμίδα σοβαρότητας των άσεμνων επιθέσεων που έχουν απασχολήσει τα Δικαστήρια, υπό την ίδια νομική βάση.
Το Δικαστήριο συνεκτίμησε επίσης το γεγονός ότι δεν «υφίστανται στοιχεία που να καταδεικνύουν συγκεκριμένες ή διαρκείς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία ή στην προσωπικότητα της ανήλικης, χωρίς τούτο, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να υποβαθμίζει την αντικειμενική απαξία των πράξεων και τη δυναμική τους να προκαλέσουν βαθιά ψυχικά τραύματα. Σε κάθε περίπτωση, τα εγκλήματα κατά παιδιών, περιλαμβανομένων των άσεμνων επιθέσεων, ακόμα και τέτοιας φύσης και έκτασης, όπως τα στιγμιαία αγγίγματα πάνω από τα ρούχα, είναι ιδιαίτερης απαξίας. Έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών».
Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη ότι το εκπαιδευτήριο, είχε συνέπειες από αυτή την εξέλιξη, εφόσον έκλεισε. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για εγγενή συνέπεια αδικημάτων τέτοιας φύσης, η οποία, αν και δεν αγνοείται, δεν δύναται να λειτουργήσει ως ουσιώδης παράγοντας μετριασμού της ποινής.
Κατόπιν τούτου καταδίκασε το σύζυγο σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και την σύζυγο ιδιοκτήτρια του φροντιστηρίου σε δύο μήνες φυλάκιση. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άμεση φυλάκιση, υπό τις παρούσες περιστάσεις, θα είχε κυρίως τιμωρητικό χαρακτήρα, χωρίς αντίστοιχο όφελος ως προς την αποτροπή ή την κοινωνική προστασία, και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ανάλογη με την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην παρούσα υπόθεση. Ως προς τούτο, λήφθηκε υπόψη και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την τέλεση των αδικημάτων, γι’ αυτό και ανέστειλε την ποινή για τρία χρόνια.


