29 Ιανουαρίου, 2026
11:56 μμ

Σε φυλάκιση με αναστολή καταδικάστηκαν ένας πρώην κοινοτάρχης και τρία πρώην μέλη του κοινοτικού συμβουλίου Παλιομετόχου, τα οποία παραδέχθηκαν τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό.

Παραδέχθηκαν ότι προσέλαβαν την αδελφότεχνη του κοινοτάρχη, ότι ασφαλτόστρωσαν 52 ιδιωτικά περάσματα από τα οποία τα 16 ανήκαν σε συγγενείς του κοινοτάρχη και πως έδωσαν έργο σε σύγαμπρο μέλους του συμβουλίου χωρίς προκήρυξη προσφορών και στην παρουσία του κοινοτικού συμβούλου-συγγενή. Οι πράξεις τους χαρακτηρίστηκαν από τον δικηγόρο τους ως “μπακαλοδουλειές” και τονίστηκε πως δεν είχαν ίδιον όφελος.

Η υπόθεση αφορά στα έτη 2007 και 2011 και έγιναν έρευνες από την Αστυνομία, ενώ η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το 2019. Μετά από σωρεία αναβολών, τελεσιδίκησε το 2026. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που πέρασε λήφθηκε σοβαρά υπόψη στην ποινολογική μεταχείριση των τεσσάρων κατηγορουμένων. Σημειώνεται ότι στο κατηγορητήριο βρίσκονταν άλλα δύο πρώην μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, αλλά για τον ένα έγινε αναστολή ποινικής δίωξης, ενώ για τον άλλο η υπόθεση εκκρεμεί.

Οι τέσσερις παραδέχθηκαν πράξεις που αφορούσαν κατάχρηση εξουσίας ως εξής:

Πρώτον: Μεταξύ των ετών 2007 και 2014, ο κατηγορούμενος 1 διετέλεσε κοινοτάρχης και οι κατηγορούμενοι 2, 4 και 5 μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου της κοινότητας Παλιομετόχου. Κατόπιν καταγγελίας, διεξήχθη έρευνα στη βάση της οποίας αποκαλύφθηκε ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι διόρισαν την αδελφότεκνη του κατηγορούμενου 1 (κοινοτάρχη) σε μόνιμη θέση στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παλιομετόχου. Το θέμα ξεκίνησε με απόφαση που λήφθηκε κατά την 9.9.2009 κατόπιν, αρχικά, προκήρυξης προσφοράς γι’ αγορά υπηρεσιών γραφέα.

Η αδελφότεκνη του κατηγορούμενου 1 υπέβαλε τη χαμηλότερη και της κατακυρώθηκε. Έπειτα, στις 31.8.2010, οι εν λόγω Κατηγορούμενοι ανανέωσαν την εργοδότηση της αδελφότεκνης του κατηγορούμενου 1, χωρίς όμως οποιαδήποτε αναφορά σε παράταση και, εν τέλει, στις 26.1.2011 την προσέλαβαν σε μόνιμη θέση για ν’ ασκεί καθήκοντα γραφέα. Αντί όμως να την προσλάβουν ως γραφέα, την προσέλαβαν ως γενικό βοηθό ωρομίσθιο δηλαδή εργάτη, θέση που θα μπορούσε να πληρωθεί απευθείας από το κοινοτικό συμβούλιο. Όλα τα πιο πάνω έγιναν σε συνεδρίες, παρουσία του κατηγορούμενου 1 και δίχως να ληφθεί οποιαδήποτε έγκριση από την Επαρχιακή Διοίκηση ή από το Υπουργείο Εσωτερικών.

Δεύτερο: Περί το έτος 2007, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, υπό τις ιδιότητες που περιγράφηκαν προηγουμένως, αποφάσισαν την ασφαλτόστρωση ιδιωτικών δικαιωμάτων διάβασης, τα οποία δεν εξυπηρετούν σκοπούς δημόσιας ωφέλειας, την οποία υλοποίησαν μεταξύ των ετών 2009 και 2010 καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των €270,018 σε ιδιωτική εταιρεία, στην οποία το έργο ανατέθηκε απευθείας χωρίς τη νόμιμη διαδικασία προκήρυξης προσφορών. Οι 16 εκ των 52 διαβάσεων που περιλήφθηκαν στο έργο ανήκαν σε συγγενικά πρόσωπα του κοινοτάρχη.

Τρίτο: Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, υπό τις ιδιότητες που περιγράφηκαν προηγουμένως, στις 29.1.2008, κατακύρωσαν προσφορά, η αξία της οποίας υπερέβαινε το μέγιστο όριο για το οποίο δεν απαιτείται προκήρυξη, σε συγγενή άλλου μέλους του κοινοτικού συμβουλίου, σε συνεδρία μάλιστα που το εν λόγω μέλος ήταν παρόν. Οι δύο προσφορές που έλαβε το κοινοτικό συμβούλιο για το πιο πάνω θέμα προέρχονταν από προσφοροδότες που είχαν και μεταξύ τους συγγένεια, αλλά και, ως προανέφερα, συγγένεια με το αναφερόμενο μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Το ποσό που πληρώθηκε στον «επιτυχόντα» ανέρχετο στις €7005,21.

Σύμφωνα με τον δικηγόρο τους, οι κατηγορούμενοι δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε όφελος και ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν λόγω επιπολαιότητας – τις ονόμασε «μπακαλοδουλειές» – και ότι οι κατηγορούμενοι υπέπεσαν σε σφάλματα και τελούσαν υπό πεπλανημένες αντιλήψεις ως προς τους ισχύοντες κανονισμούς.

Ήταν η διαπίστωση του επαρχιακού δικαστή Π. Αγαπητού, ότι η κατάχρηση εξουσίας προς ενέργεια αυθαίρετων πράξεων δεν παύει, ανεξάρτητα από το κατά πόσο σκοπεί ή απολήγει σε αποκόμιση ιδίου οφέλους, ν’ αποτελεί αδίκημα που ενέχει το στοιχείο της διαπλοκής και της προαγωγής πελατειακών σχέσεων κι ευνοιοκρατίας. «Σε μια ευνομούμενη κοινωνία οι πολίτες πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης από δημόσιους λειτουργούς. Αδικήματα, όπως το υπό εξέταση, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος δικαίου, δημιουργούν την εντύπωση ότι υπάρχουν πολίτες διαφόρων ταχυτήτων και διαβρώνουν τον κοινωνικό ιστό. Οι κατέχοντες δημόσιες θέσεις κι αξιώματα έχουν πρόσθετο καθήκον να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα των θεσμών που υπηρετούν και παράλληλα ν’ αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι σύγχρονες κοινωνίες στηρίζονται στην αξιοκρατία, ενώ παράλληλα ν’ αποτάσσουν – και πάλι εμπράκτως – την αδιαφάνεια και το νεποτισμό, φαινόμενα που έχουν, στις πλείστες των περιπτώσεων, έως και ολέθριες επιπτώσεις», σημειώνει ο δικαστής.

Μετά τις διαπιστώσεις αυτές καταδίκασε τους κατηγορούμενους σε τρεις, πέντε και δύο μήνες φυλάκιση αντίστοιχα για κάθε κατηγορία, με τις ποινές να συντρέχουν. Ωστόσο το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η διάπραξη των αδικημάτων αποτελούσε ένα μελανό σημείο στις ζωές των κατηγορούμενων, γι’ αυτό και αποφάσισε, να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και, «χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να υποβαθμίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη ούτως ώστε η ν’ ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια μου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης».

Έτσι η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης αναστάληκε για περίοδο τριών ετών από τις 27/1/2026.

Exit mobile version