Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε την αποζημίωση, που επιδικάστηκε πρωτόδικα, από €80.000 σε €90.000 για στρατιώτη της ναυτικής βάσης στο Μαρί, ο οποίος τραυματίστηκε κατά την φονική έκρηξη το 2011.
Δεκαπέντε σχεδόν χρόνια μετά και τα κατάλοιπα της έκρηξης ακόμη ταλανίζουν άτομα που ευτυχώς γλίτωσαν, ωστόσο βιώνουν ακόμη τις συνέπειες της έκρηξης που στοίχισε τις ζωές 13 ανθρώπων. Ένας από αυτούς που βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία εντός της ναυτικής βάσης, ήταν 19χρονος στρατιώτης, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να υποστεί βλάβη στην ακοή και στα δύο του αυτιά. Το 2015 που εξετάστηκε για τελευταία φορά, αυτός παρουσίαζε ελαφριά βαρηκοΐα στις χαμηλές και τις μεσαίες συχνότητες και σοβαρού βαθμού βαρηκοΐα στις ψηλές συχνότητες. Περαιτέρω, και στα δύο αυτιά υφίστανται εμβοές, οι οποίες, όπως και η βαρηκοΐα είναι μόνιμες.
Με αγωγή, που καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, του επιδικάστηκαν το 2016 αποζημιώσεις ύψους €80.000 συν τόκους. Από την απόφαση αυτή δεν έμεινε ικανοποιημένος ο Γενικός Εισαγγελέας, που θεώρησε το ποσό αυτό ως υπερβολικό, καθώς και ο τραυματίας που τις θεώρησε χαμηλές. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν έφεση και αντέφεση αντίστοιχα οι οποίες εξετάστηκαν από το Ανώτατο σε δευτεροβάθμια διαδικασία.
Όπως σημειώνεται σε απόφαση των τριών δικαστών του Ανωτάτου, Σταματίου, Δημητριάδου και Δαυίδ, η 11η Ιουλίου 2011, ήταν μια δύσκολη μέρα για την Κυπριακή Δημοκρατία. Έκρηξη που συνέβη στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης», είχε σαν αποτέλεσμα, πέραν από την πρόκληση εκτεταμένων ζημιών, τον θάνατο αριθμού ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων. O εφεσίβλητος, ηλικίας 19 ετών, όντας στρατιώτης τότε, υπηρετούσε στην εν λόγω ναυτική βάση.
Ο τραυματίας με την αντέφεσή του υποστήριξε ότι οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις είναι έκδηλα ανεπαρκείς και μη εναρμονισμένες με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα παρέλειψε να προσδιορίσει τις αποζημιώσεις για την απώλεια εισοδήματος και τις μελλοντικές απώλειες του λόγω της μείωσης της ικανότητας του να ασκεί το επάγγελμα το οποίο προοριζόταν να ασκήσει (υδραυλικός), για το οποίο έλαβε σχετική εκπαίδευση και ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αξίωση του για αποζημιώσεις λόγω μόνιμων ψυχολογικών τραυμάτων, απότοκο, ως διατείνεται, της αναιτιολόγητης απόρριψης της μαρτυρίας του ψυχολόγου του.
Το Ανώτατο αφού ανέλυσε τους λόγους αντέφεσης, προσδιόρισε το ποσό των €40.000 ως αποζημίωση για τις μελλοντικές απώλειες του, συνεπεία των επιπτώσεων που εκ των πραγμάτων έχει ο τραυματισμός του, αφού συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο εύρημα, ότι συνεπεία της έκρηξης ο εφεσίβλητος υπέστη μόνιμη απώλεια μέρους της ακοής του, ως επίσης εμβοές και στα δύο αυτιά, που επηρεάζουν τη διάθεση του και περιορίζουν τη δυνατότητα να απολαμβάνει τα αγαπημένα του χόμπι και τις κοινωνικές συναναστροφές και εξόδους σε χώρους όπου προβλέπεται έκθεση σε ψηλούς θορύβους. Αναγνώρισε δε ότι θα πρέπει επίσης να αποφεύγει επαγγέλματα που προκαλούν θόρυβο.
Έκρινε επίσης ως αποζημίωση για την απώλεια μελλοντικών απολαβών τις €50.000, γι’ αυτό και αύξησε τη συνολική αρχική αποζημίωση που αποφάσισε το πρωτόδικο δικαστήριο των €80.000 ως γενικές αποζημιώσεις, με το ποσό των €90.000.









