Η διεθνούς ακτινοβολίας πρωταγωνίστρια του παγκόσμιου σινεμά και θεάτρου, σε μια εξομολογητική συνέντευξη, διαβεβαιώνει ότι δεν θα δυσπιστήσει ποτέ απέναντι στην αθωότητα.
Είναι δύσκολο να συμπυκνώσει κανείς τη μυθική πορεία της σε μια σύντομη εισαγωγή. Ενέπνευσε και σαγήνευσε τον Φρανσουά Τρυφώ, συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Φράνκο Τζεφιρέλι, ο Αλέν Ρενέ, ο Ετόρε Σκόλα, ο Σίντνεϊ Πόλακ, ο Φρανσουά Οζόν, η Αν Φοντέν, ο Κλοντ Λελούς, ο Ρομάν Πολάνσκι, υποδύθηκε τη Μαρία Κάλλας στο πανί και το σανίδι, τιμήθηκε με Σεζάρ, Αργυρή Άρκτο και πολλές ακόμη διακρίσεις, δοξάστηκε, αγαπήθηκε, θαυμάστηκε. Στην «Κασσάνδρα», την ομιλούσα όπερα του Μικαέλ Ζαρέλ, συναντά κάτι πιο γυμνό, μια φωνή εν τη ερήμω. Εννέα χρόνια μετά την αξέχαστη εμφάνιση στο Κάστρο της Πάφου, που χαράχθηκε στη μνήμη όσων την είδαν, η Φανί Αρντάν συναντά και πάλι το κοινό της Κύπρου επιστρέφοντας σ’ έναν σύνθετο και τραγικό ρόλο που για την ίδια μοιάζει με δάσος γνώριμο και ταυτόχρονα επικίνδυνο, αλλά και με την επιστροφή σ’ έναν μεγάλο έρωτα. Η έλευσή της εμβληματικής Γαλλίδας ηθοποιού στη Λεμεσό εντάσσεται στο πλαίσιο του 3ου Cyprus International Theatre Festival και μετά την παράσταση θα ακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση.
–Πώς «αλλάζει» ένα κείμενο όταν το συναντά κανείς ξανά και ξανά; Είναι σαν μια ερωτική ιστορία εκτός γάμου. Όταν άκουσα για πρώτη φορά την «Κασσάνδρα» του Μικαέλ Ζαρέλ, μια μέρα στο κλασικό ραδιόφωνο στο Παρίσι, τη λάτρεψα αμέσως και αποφάσισα να την κάνω. Ήθελα να πω αυτά τα λόγια, μ’ αυτή τη μουσική, συνειδητοποίησα ότι δεν έπρεπε να αφήσω ανεκπλήρωτη τη λαχτάρα να υποδυθώ την «Κασσάνδρα». Την παρουσίασα στο Φεστιβάλ της Αβινιόν με σκηνοθέτη τον Ερβέ Λουασεμόλ, στο Παρίσι, στην Αθήνα. Την παίξαμε σε συναυλιακή εκδοχή, ως ορατόριο, με διαφορετικές ορχήστρες. Και κάθε φορά ένιωθα την ίδια αγάπη να εκστομίζω αυτά τα λόγια. Το κείμενο δεν αλλάζει· έχει την ίδια δύναμη κι εγώ έχω την ίδια χαρά και την ίδια επιθυμία να το αφηγηθώ. Ό,τι αγαπώ, το αγαπώ για πάντα. Κι όταν με προσκαλούν να το κάνω, εφόσον είμαι διαθέσιμη, λέω πάντα «ναι».
–Πολλοί καλλιτέχνες φοβούνται την επανάληψη. Εσείς τη φοβάστε ή τη βλέπετε ως μορφή εμβάθυνσης; Έχω μια εμμονική φύση. Αναζητώ πάντα τα ίδια και τα ίδια πράγματα. Μερικές φορές τα βρίσκω και μερικές όχι. Συνηθίζω να λέω ότι η μοναδική πολυτέλεια που έχω στη ζωή είναι να κάνω ό,τι αγαπώ. Δεν είμαι αρκετά επαγγελματίας ώστε να υποδυθώ έναν ρόλο που δεν αγαπώ. Προτιμώ να μένω στο σκοτάδι περιμένοντας το φως. Κι είναι αλήθεια: όταν επιστρέφεις σ’ έναν ρόλο που έχεις ήδη παίξει και πρέπει να τον επαναλάβεις, είναι σαν να επιστρέφεις με ενθουσιασμό σ’ ένα δάσος που γνώριζες αλλά παραμένει μυστηριώδες και ίσως ελλοχεύει νέους κινδύνους.
–Η Κασσάνδρα μιλά χωρίς καμία ελπίδα ότι θα γίνει πιστευτή. Τι είδους ελευθερία μπορεί να υπάρξει πέρα από την ελπίδα; Πιστεύω πως η αλήθεια είναι πάντα μια φωνή εν τη ερήμω. Η αλήθεια δεν ανήκει στην εξουσία, στο χρήμα, στον νόμο του ισχυρότερου, ανήκει σ’ εκείνον που την αναζητά. Είναι ένας δρόμος δύσβατος, γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίες και μερικές φορές η αλήθεια δεν προτείνει λύσεις. Η ελευθερία ανήκει σε όποιον δεν ακολουθεί τον φανατισμό, τη βία, τον φόβο του να είσαι διαφορετικός, τον φόβο του να μην είσαι αποδεκτός από την κοινωνία. Η ελευθερία έχει πάντα ένα τίμημα· δεν χαρίζεται. Η ελευθερία κατακτάται.
–Τι σημαίνει τη σήμερον ημέρα να ενσαρκώνει κανείς μια φωνή διαυγή, αλλά ανεπιθύμητη; Είναι πάντα μια επιλογή το αν θα γίνεις ή όχι μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, με τις νόρμες και τους τρόπους σκέψης που επιτάσσει. Αυτή η επιλογή συνεπάγεται να σταματήσεις να σκέφτεσαι, να λες «ναι» στις νέες δυνάμεις, να φωνασκείς μαζί με την πλειοψηφία, να αποδέχεσαι να λαμβάνεις ορισμένα προνόμια από την κοινωνία: χρήμα, διασημότητα, εξουσία, ισχύ… Αντίθετα, το να επιλέγεις να λες «όχι» σού προσφέρει μια ευθραυστότητα, αλλά ταυτόχρονα και ελευθερία. Το να αντιστέκεσαι έχει πάντα ένα τίμημα· πρέπει να αποδεχθείς ότι θα αποχαιρετήσεις πολλά πράγματα που αγαπούσες. Μνημονεύω μια φράση του Βίκτωρος Ουγκώ: «Ceux qui vivent ce sont ceux qui luttent» (Αυτοί που ζουν είναι αυτοί που μάχονται).
-Ερμηνεύοντας ένα έργο βασισμένο στον ελληνικό μύθο της Κασσάνδρας μπροστά σε ελληνόφωνο κοινό, τι είδους διάλογος νιώθετε ότι έχει ήδη προκύψει; Είναι σαν οικογενειακή γιορτή! Όπου κάθε μέλος της οικογένειας γνωρίζει τα υπόλοιπα με τα ελαττώματα και τις αρετές τους· ένα μείγμα από καβγάδες και γέλια, μεγάλη οικειότητα με εκρήξεις συζητήσεων, διαφωνιών και κριτικής, μια μελαγχολία για τις χαμένες μάχες κι ένα αναιδές σθένος να σκέφτεσαι ότι ο ελληνικός πολιτισμός έφερε στον κόσμο ένα σπουδαίο, παντοτινό φως.
–Η Κασσάνδρα λέει την αλήθεια στην εξουσία και πληρώνει το τίμημα. Εσείς έχετε νιώσει ποτέ, στην καριέρα σας ή στην προσωπική σας ζωή, ότι το να λέτε την αλήθεια έχει κάποιο κόστος; Ναι! Το να λες την αλήθεια σου έχει πάντα ρίσκο και κόστος, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει το αίσθημα και τη βαθιά χαρά της ελευθερίας. Κι αυτό είναι ανεκτίμητο. Ως παιδί είχα δυσκολίες με την εξουσία. Ολοκλήρωσα τις πανεπιστημιακές μου σπουδές με μια διατριβή που είχε τίτλο «Σουρεαλισμός και Αναρχία». Ταυτόχρονα, όμως, μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου η εξουσία ήταν «έξυπνη και καλοπροαίρετη». Κι όπως όλα τα πολύτιμα πράγματα, αποδέχομαι ότι η ελευθερία έχει τίμημα, ότι πρέπει να κατακτηθεί και δεν χαρίζεται.
-Τι ελπίζετε ότι μένει κάθε φορά που πέφτει η αυλαία; Η δυνατή αγάπη για τη ζωή και η επιθυμία να αντισταθούμε στην επιταγή «Surveiller et Punir» (Επιτήρηση και Τιμωρία).
–Σε τι διαφέρει η μοναξιά στη σκηνή από τη μοναξιά στον κινηματογράφο; Η μοναξιά στη σκηνή είναι ίδια με τη μοναξιά του ταύρου στην αρένα. Η μοναξιά στον κινηματογράφο είναι σαν το δέντρο μέσα σε ένα δάσος που χορεύει με τον ίδιο άνεμο με τα άλλα δέντρα, αλλά με διαφορετική μουσική για κάθε δέντρο.
–Έχετε υποδυθεί συχνά γυναίκες που δεν χρειάζονται κανενός την έγκριση. Πρόκειται για ηθική στάση, ένστικτο ή αναγκαιότητα; Καλή ερώτηση! Θα σας απαντήσω: είναι ένστικτο. Το να ζητάς έγκριση σημαίνει ήδη ότι αποδέχεσαι να υποταχθείς σε μια ανώτερη εξουσία και σε μια κρίση καλύτερη από τη δική σου. Σημαίνει να περιορίζεις τις δυνατότητες που σου προσφέρονται. Να στερείς από τον εαυτό σου κάθε δυνατότητα περιπέτειας και να βάζεις τη ζωή σου σε ράγες. Το να ζητάς έγκριση σημαίνει να λες «ναι» σε κάθε είδους διαταγή και να χάνεις την πίστη ή την ηθική σου. Σας παραπέμπω στον γνωστό μύθο «Ο σκύλος και ο λύκος» που περιγράφει και ο Ζαν ντε λα Φοντέν, ο οποίος λέει όλη την αλήθεια για το ένστικτο. Εναπόκειται σε σένα αν θα είσαι σκύλος ή λύκος.
–Απέναντι σε τι δυσπιστείτε περισσότερο: στη συναίνεση ή την αθωότητα; Δεν βλέπω τη σχέση, ούτε καν στη διαφορά τους. Αν για εσάς η αθωότητα έγκειται στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, μπορώ να σας ακολουθήσω. Ο πρίγκιπας Μίσκιν διαθέτει μια αθωότητα γεμάτη γενναιοδωρία, προσφέρει χείρα, αφορά την αγάπη για την ανθρωπότητα χωρίς ιεραρχία, συγχώρεση, κατανόηση της αδυναμίας. Ε, τότε δεν θα δυσπιστήσω ποτέ απέναντι στην αθωότητα! Για μένα, η «συναίνεση» είναι μια μορφή σνομπ συμπεριφοράς.

–Ο κινηματογράφος σας έχει διδάξει περισσότερα για την επιθυμία ή για την εξουσία; Ο κινηματογράφος μού δίδαξε το πάθος. Το έμαθα στο θέατρο, επί σκηνής, όταν ξεκίνησα ως ηθοποιός. Έχετε διαβάσει το βιβλίο «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε; Λέει στον νέο ποιητή: «Με ρωτάτε αν έχετε δίκιο να έχετε το πάθος να γίνετε ποιητής. Σας απαντώ: κάντε στον εαυτό σας τη μόνη ερώτηση που δίνει την απάντηση: είστε έτοιμος να πεθάνετε γι’ αυτό το πάθος; Αν η απάντηση είναι ναι, ριχτείτε και μην ξαναρωτήσετε». Αγάπησα όλες και όλους τους ηθοποιούς, σκηνοθέτες, τεχνικούς, παραγωγούς που είχαν αυτό το πάθος, που ποτέ δεν εξηγείται πλήρως, αλλά το μαντεύεις, το νιώθεις, το βιώνεις. Νιώθεις λύπη όταν σβήνουν τα φώτα και τελειώνει το γύρισμα και σε σφίγγει ένα αίσθημα μοναξιάς, αλλά μέσα στην ψυχή σου κρατάς όλες εκείνες τις μέρες που έζησες μ’ αυτό το πάθος και δεν θα τις ξεχάσεις ποτέ.
–Πιστεύετε ότι η ομορφιά εξακολουθεί να έχει ανατρεπτική δύναμη ή έχει εξουδετερωθεί; Η ομορφιά δεν είναι αντικειμενική. Είναι εντελώς υποκειμενική. Η ομορφιά έχει δύναμη μόνο πάνω σ’ εκείνον που είναι τελείως χαμένος μπροστά της κι είναι έτοιμος να ακολουθήσει τις εντολές της. Αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι η ομορφιά θα θελήσει να πάρει την εξουσία, αλλά ίσως δεν την ενδιαφέρει καθόλου. Και ξεχνάτε τη δύναμη της γοητείας, που ξέρετε πολύ καλά ότι δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Συνεπώς, η ερώτησή σας είναι δύσκολο να απαντηθεί.
–Όσο μεγαλώνει κανείς, οι επιλογές απλοποιούνται ή γίνονται πιο σύνθετες; Όσο μεγαλώνει κανείς, όλα απλοποιούνται. Ξέρεις πως θα πεθάνεις σύντομα, λίγο- πολύ. Δεν θέλεις πια να χάνεις χρόνο με πράγματα που δεν σου αρέσουν. Στρέφεσαι σε περιπέτειες με άγνωστους ανθρώπους που μιλούν άλλες γλώσσες, προτιμάς το θράσος, την ελευθερία, το ρίσκο, τους τυχοδιώκτες, τα αουτσάιντερ. Δεν σ’ ενδιαφέρουν τα χρήματα, η εξουσία, η καριέρα, θέλεις μόνο μια νέα μουσική που δεν έχεις ξανακούσει. Είναι όπως στο καζίνο: «Les jeux sont faits, Mesdames et Messieurs!» (το παιχνίδι παίχτηκε, κυρίες και κύριοι!)
Χορηγός επικοινωνίας: Ο Φιλελεύθερος
Ελεύθερα, 22.2.2026


