27 Μαρτίου, 2026
10:24 μμ

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση Ισραηλινού πολίτη, επικυρώνοντας την έκδοση εντάλματος έρευνας που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τον Ιούνιο του 2025, σε υπόθεση που συνδέεται με καταγγελία για χορήγηση ναρκωτικών ουσιών και ανάρμοστη συμπεριφορά σε βάρος γυναίκας.

Η απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα από τριμελή σύνθεση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς απέρριψε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με στόχο την ακύρωση του εντάλματος έρευνας.

Η υπόθεση αφορά περιστατικό που σημειώθηκε το βράδυ της 30ής Μαΐου 2025 σε νυκτερινό κέντρο στη Λεμεσό, όταν ο εφεσείων φέρεται να χορήγησε στην παραπονούμενη ουσία μέσω της μύτης, με αποτέλεσμα εκείνη να καταστεί ημιαναίσθητη. Σύμφωνα με την καταγγελία, ακολούθησε ανάρμοστη σωματική επαφή. Η γυναίκα κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία την 1η Ιουνίου 2025, με τις εξετάσεις να καταδεικνύουν παρουσία κοκαΐνης στον οργανισμό της, παρότι η ίδια αρνήθηκε χρήση ναρκωτικών.

Το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε στη βάση ένορκης μαρτυρίας ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται πως στην κατοικία και το όχημα του εφεσείοντα βρίσκονταν τεκμήρια, περιλαμβανομένων ναρκωτικών ουσιών, της κινητής του συσκευής και των ενδυμάτων που φορούσε κατά τον επίμαχο χρόνο.

Ο εφεσείων προσέφυγε αρχικά στο Ανώτατο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να συνδέει τα υπό αναζήτηση αντικείμενα με τους χώρους που ερευνήθηκαν και ότι το ένταλμα εκδόθηκε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Η αίτησή του απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό, με το δικαστήριο να κρίνει ότι οι περιστάσεις δικαιολογούσαν την ύπαρξη εύλογης υποψίας.

Με την έφεση, ο εφεσείων επανέφερε τα επιχειρήματα περί έλλειψης σύνδεσης μεταξύ των υπό διερεύνηση αδικημάτων και της κατοικίας ή του οχήματός του, καθώς και περί μη εξέτασης κρίσιμου νομικού ισχυρισμού από το πρωτόδικο δικαστήριο.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την υπόθεση, επεσήμανε ότι η έκδοση εντάλματος έρευνας διέπεται από το Άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και προϋποθέτει την ύπαρξη εύλογης αιτίας ότι σε συγκεκριμένο χώρο βρίσκονται αντικείμενα που σχετίζονται με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία.

Όπως τονίστηκε στην απόφαση, η έννοια της «εύλογης υποψίας» θέτει χαμηλό αποδεικτικό όριο και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη του αδικήματος, αλλά επαρκή μαρτυρία που να δημιουργεί πιθανότητα εντοπισμού σχετικών τεκμηρίων. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι κάθε υπόθεση αξιολογείται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της.

Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι η μαρτυρία περί χορήγησης ναρκωτικής ουσίας από τον εφεσείοντα προς την παραπονούμενη, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων, μπορούσε εύλογα να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ενδέχεται να υπήρχαν ναρκωτικές ουσίες ή υπολείμματά τους στην κατοικία ή το όχημά του.

Παράλληλα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρχε επαρκής περιγραφή των ενδυμάτων, σημειώνοντας ότι αυτά προσδιορίζονταν ως τα ρούχα που φορούσε ο εφεσείων κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναφορά του κατώτερου δικαστηρίου σε σύνδεση των υπό έρευνα χώρων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα ήταν εντός του πλαισίου της νομοθεσίας, καθώς ο πυρήνας της διαδικασίας αφορά ακριβώς την αναζήτηση αντικειμένων που σχετίζονται με αξιόποινες πράξεις.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας τη νομιμότητα του εντάλματος έρευνας.

Exit mobile version