Με δημόσια τοποθέτηση του ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης απαντά στις σκιές για παράλειψη καταγγελίας για παιδεραστία όταν έμαθε την ιστορία της Σάντης.
Όπως αναφέρει στην ανακοίνωση που εξέδωσε, οι αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον του δεν είναι απλώς νομικά αβάσιμες — είναι και επικίνδυνες για το ίδιο το δικηγορικό λειτούργημα.
Σημειώνει πως η πληροφόρηση που έλαβε αφορούσε γεγονότα δεκαετιών πριν, δεν συνδεόταν με οποιονδήποτε παρόντα κίνδυνο σε ανήλικο και δόθηκε υπό καθεστώς αυστηρής εμπιστευτικότητας Δικηγόρου – Πελάτη.
Αυτούσια η τοποθέτηση του
Οι αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον μου περί δήθεν παράλειψης καταγγελίας υπόθεσης παιδεραστίας που περιήλθε γνώση μου από την Σαντη δεν είναι απλώς νομικά αβάσιμες — είναι και επικίνδυνες για το ίδιο το δικηγορικό λειτούργημα.
1. Σκόπιμη Παράλειψη Κρίσιμου Γεγονότος
Κατά τον χρόνο που η Σάντη προσήλθε σε εμένα και μου γνωστοποίησε μέσω του SMS την κατ’ ισχυρισμό παιδεραστία σε βάρος της από Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήταν μια ενήλικη γυναίκα, περίπου 40 ετών και μητέρα ανήλικου τέκνου.
Οποιαδήποτε προσπάθεια να παρουσιαστεί η υπόθεση ως να αφορά ανήλικο κατά τον χρόνο της γνωστοποίησης είναι κακόβουλη και συνιστά διαστρέβλωση της πραγματικότητας.
Η πληροφόρηση που έλαβα:
α- αφορούσε γεγονότα δεκαετιών πριν.
β- δεν συνδεόταν με οποιονδήποτε παρόντα κίνδυνο σε ανήλικο.
γ- δόθηκε υπό καθεστώς αυστηρής εμπιστευτικότητας Δικηγόρου – Πελάτη
2. Κατάχρηση και Παρανόηση του Ν. 91(Ι)/2014
Σκοπός και Φιλοσοφία του Νόμου
Ο Ν. 91(Ι)/2014, όπως προκύπτει από τη δομή και το περιεχόμενό του, καθώς και από την εναρμόνισή του με την Οδηγία 2011/93/ΕΕ, έχει ως κύριο σκοπό:
την πρόληψη και άμεση αντιμετώπιση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης ανηλίκων, ιδίως όπου υφίσταται πραγματικός ή δυνητικός κίνδυνος.
Η νομοθετική αυτή στόχευση αποτυπώνεται:
• στις διατάξεις περί προστασίας θυμάτων
• στις πρόνοιες για έγκαιρη παρέμβαση
• στις υποχρεώσεις αναφοράς που αποσκοπούν στην αποτροπή συνεχιζόμενης κακοποίησης.
Όλες οι σχετικές διατάξεις του Νόμου προϋποθέτουν την ύπαρξη παιδιού που χρήζει προστασίας στο παρόν χρόνο
Δεν υφίσταται διάταξη που να:
• Επεκτείνει ρητά την υποχρέωση αναφοράς σε αποκλειστικά ιστορικά περιστατικά καταγγελλόμενα από ενήλικα πρόσωπα χωρίς ένδειξη ενεργού κινδύνου.
Η επίκληση του Ν. 91(Ι)/2014 στις παρούσες συνθήκες αποτελεί:
νομική στρέβλωση και εσφαλμένη ερμηνεία του σκοπού του νόμου Ο νόμος αυτός:
α- θεσπίστηκε για την άμεση προστασία ανηλίκων από υφιστάμενο κίνδυνο
β- δεν μετατρέπει τον δικηγόρο σε μηχανισμό αναδρομικής καταγγελίας
ή- δεν καταργεί θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου
3. Το Δικηγορικό Απόρρητο δεν είναι Επιλογή — Είναι Υποχρέωση
Η πληροφορία μου δόθηκε:
• στο πλαίσιο επαγγελματικής εντολής
• με ρητή και κατηγορηματική απαγόρευση αποκάλυψης
Η παραβίαση του απορρήτου θα αποτελούσε σοβαρό πειθαρχικό και νομικό παράπτωμα.
Η θέση ότι όφειλα να το παραβιάσω:
• αγνοεί τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων
• συγκρούεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ενδεικτικά: Michaud v. France, André v. France)
• υπονομεύει τον πυρήνα της απονομής δικαιοσύνης
4. Ανυπαρξία Νομικής Υποχρέωσης Καταγγελίας
Στην προκειμένη περίπτωση:
•δεν υπήρχε ανήλικος σε κίνδυνο
•δεν υπήρχε ένδειξη συνεχιζόμενης εγκληματικής δραστηριότητας
•δεν υπήρχε συναίνεση της πελάτισσας
Συνεπώς:
Δεν υφίσταται καμία νομική υποχρέωση καταγγελίας.
Οποιαδήποτε αντίθετη θέση αποτελεί:
αυθαίρετη νομική κατασκευή χωρίς έρεισμα στον νόμο.
5. Οι Επιπτώσεις μιας Τέτοιας Επικίνδυνης Λογικής
Η άποψη ότι ο δικηγόρος οφείλει να καταγγέλλει κάθε πληροφορία που λαμβάνει, ανεξαρτήτως συνθηκών:
οδηγεί σε πλήρη κατάρρευση της εμπιστευτικότητας της δικηγορικής σχέσης.
Αν γινόταν αποδεκτή:
• κανένας πολίτης δεν θα μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα στον δικηγόρο του
• η νομική συμβουλή θα καθίστατο κενό γράμμα
• το ίδιο το κράτος δικαίου θα υπονομευόταν
6. Τελική και Κατηγορηματική Θέση
«Η απαίτηση να παραβιαστεί το δικηγορικό απόρρητο, σε περίπτωση όπου η πληροφορία δόθηκε από ενήλικο πρόσωπο, αφορούσε παρελθόντα γεγονότα και δεν υπήρχε κανένας άμεσος κίνδυνος για ανήλικο, δεν έχει καμία νομική βάση και αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου.»


