Αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση της απομάκρυνσής του από τον μητροπολιτικό θρόνο της Πάφου, κατέθεσε, τέσσερις ημέρες μετά την επ’ αόριστον αργία που του επιβλήθηκε, ο Επίσκοπος Τυχικός.
Το αίτημα καταχωρήθηκε σήμερα μέσω του δικηγόρου του στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με αυτό ζητείται η έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει την απόφαση της Ιεράς Συνόδου να τον απομακρύνει από τη Μητρόπολη Πάφου. Αναμένεται τώρα η αίτηση να οριστεί ενώπιον δικαστή του Ανωτάτου ο οποίος και θα αποφασίσει κατά πόσον θα δώσει ή όχι άδεια στον τελούντα επ’ αόριστον αργία μητροπολίτη, για να αμφισβητήσει την απόφαση της Συνόδου.
Σημειώνεται ότι η μη προσφυγή στα Δικαστήρια από τον έκπτωτο μητροπολίτη ήταν ένας από τους όρους που έθεσε η Ιερά Σύνοδος στην απόφασή της την περασμένη Πέμπτη όπου τον έθεσε σε επ’ αόριστον αργία, για να άρει την αργία και να επιστρέψει στα καθήκοντά του ως μητροπολίτης.
Παρενθετικά αναφέρεται ότι παρόμοιο εγχείρημα είχε επιχειρήσει και ο πρώην αρχιμανδρίτης της Μονής Αββακούμ Νεκτάριος για κατάργηση της ποινής που του επιβλήθηκε από την Ιερά Σύνοδο, αλλά το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν είχε εξουσία να επεμβαίνει στα της Εκκλησίας.
Συγκεκριμένα, σε απόφαση του δικαστή Α. Δαυίδ στις 9 Σεπτεμβρίου 2024, αναφέρεται ότι Εκκλησία της Κύπρου, όχι μόνο δύναται να θεωρηθεί από νομική άποψη, όπως και στην Ελλάδα τούτο ισχύει, «ως αυτοτελείς και αυτοδιοικούμενος οργανισμός με ίδιαν δικαιοδοσία αλλ’ εντός του κράτους οργανισμός έλκων απ’ ευθείας εκ του Συντάγματος δικαιώματα», αλλά τυγχάνει περισσότερων προνομίων και μεγαλύτερης αυτονομίας και ανεξαρτησίας από ότι στην Ελλάδα, έχοντας μεταξύ άλλων, συνταγματικά κατοχυρωμένο (Άρθρο 110.1), το αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών της υποθέσεων σύμφωνα με τον Κ.Χ.Ε.Κ και τους Ιερούς Κανόνες».
Τονίστηκε επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 139 του Συντάγματος:
«…Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι δημιούργημα ή και δεν έχει υποσταθεί θεσμοποιημένη από το Σύνταγμα ή το Νόμο αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως ούτε ενεργεί για τη Δημοκρατία. Δεν έχει, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία, ούτε υπόκειται σε κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου δεν είναι αρχή εν τη Δημοκρατία με την έννοια του όρου στο εδάφιο 3(δ) του Άρθρου 139 του Συντάγματος και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση προσφυγής κάτω από το Άρθρο αυτό».


