11 Ιανουαρίου, 2026
6:15 μμ

Προσωπικές λέξεις για εκείνους που υποφέρουν από τη μεθεόρτια κατάθλιψη των ημερών. Λίγα λόγια σαν παρηγοριά – για να μη νιώθουν μόνοι στον κόσμο. Γιατί δεν είναι.

Με θυμάμαι κι εμένα στα είκοσί μου, σαν τον φίλο μου τον Άγγελο στη φωτογραφία – όμορφο, χωρίς πίστη, χωρίς ευγνωμοσύνες, χωρίς ένα ξύσιμο στο δέρμα που να του τρέχει αίμα αν και προσπαθεί να πλυθεί με νερό πιο τρεχούμενο κι απ’ τους καταρράκτες του Νιαγάρα. Πόσο μετάνιωσα για χέρια που έπιασα, ήδη λερωμένα, που προσπάθησα να τα καθαρίσω με μπετατίν χωρίς να γνωρίζω -μικρός ακόμη- το βασικό αξίωμα που λέει πως πράγμα ξεθωριασμένο από γεννησιμιού του δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ του χρώμα, ακόμη και να το ‘χεις ξεπλύνει με τα πιο πικρά και σιωπηλά δάκρυά σου. Τι ταλαιπωρίες! Τι χάσιμο χρόνου!

«…Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους, στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες. Και πολύ στις αλυσίδες. Έμαθα να διαβάζω χέρια και να χάνω χέρια. Όχι, δεν είμαι λυπημένη…».

Είναι, όμως, κι ωραία τα είκοσι χρόνια! Είναι θαρραλέα, είναι ατρόμητα, έχουν θράσος και γοητεία που αλίμονο σε όποιον πέσει στην παγίδα και τα πάρει στα σοβαρά, στις ακραίες τους εκφάνσεις, αξιώνοντάς τα ως κάτι ποιητικό ή αέρινο που αναζητά επίγεια δικαιολογία για να εξηγήσει τα επουράνια που δόθηκαν χωρίς φειδώ. Αλλά είναι κι επικίνδυνα. Πόσοι και πόσοι χάθηκαν ιχνηλατώντας στην ανεξιθρησκία των σωμάτων, μαθαίνοντας τους αναβαθμούς του έρωτα και την ανεπανάληπτη δύναμη της ακατανίκητης νέας σάρκας -σφικτής και τσεμντένιας- εξηγώντας, αργότερα, στα τριάντα τους, πώς είναι να θρέφουν μια ιδιόμορφη παχυσαρκία καρδιάς που καρφώθηκε στο μυαλό μετρώντας λογιστικά κάθετί που θα αφορούσε στην επιβίωση, στο ξεδιάλεγμα του αληθινού κόσμου και στη θλίψη που τελικά είναι ο κανόνας με εξαίρεση τη χαρά.  

«…Περπάτησα πολύ στα αισθήματα / τα δικά μου και των άλλων / κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους / να περάσει ο πλατύς χρόνος…».

Μια νύχτα, στην Αθήνα μερικών περασμένων ετών, μ’ έπιασε απ’ το χέρι ένα αγόρι. Μου ζήτησε λεφτά – η δόση του ήταν δυνατότερη από τη νύχτα νουάρ που έπιανε χρώμα από τις ήσυχες τζαμαρίες της μέρας. Τρέκλιζε στο πεζοδρόμιο που ενώνει την Πανεπιστημίου με τη Σταδίου, κοντά στο πρώην κεντρικό Ταχυδρομείο που τώρα άλλαξε σε κομμάτι αλυσίδας όπου πωλούνται και αγοράζονται χρυσαφικά μισοτιμής (και μιας απελπισίας που ονομάζεται «ανάγκη»). Ήταν ετοιμόρροπος. Καθισμένος στα πλακάκια και με την παλάμη απλωμένη. «Φιλαράκο… Φιλαράκο… Ξέρεις…». Θα ήταν όμορφος κάποτε. Αλλά πλέον δεν ήταν. Ξέρεις, φίλε, τι είχα καταλάβει από τότε; Πως είναι καλύτερα να μιλήσεις στις ακραίες σου στιγμές σ’ έναν άγνωστο για ό,τι σε απασχολεί.

Το γνωρίζω πια καλά. Είναι κάτι που μοιάζει με βαθιά εξομολόγηση – σε παπά ή σε ψυχολόγο. Γιατί υπάρχει το «συμφέρον» του ότι δεν θα είναι παρών στο μέλλον σε όποια αλλαγή (ή όχι) προέλθει από το τσαλάκωμα κι έτσι -κάπως- ίσως να μην θυμίζει στο ατραυμάτιστο «μετά» οτιδήποτε είχε τραφεί από αίμα, δάκρυα κι αγκάθια. Το πάθαινα συχνά παλιά – το παθαίνω πια στη διαιτολόγο μου, την Εύη, που όποτε βλέπει στη ζυγαριά πως πέφτει κι άλλο η παχυσαρκία μιλώντας για «επιμονή», «θάρρος» και «επιμονή», εγώ βάζω τα κλάματα και την αγκαλιάζω σφικτά· μόνο πια σ’ αυτήν που δεν ξέρει ούτε τι κάνω, ούτε τι με απασχολεί, κι άρα είμαι αθωράκιστος στα πόδια της.

«…Με το βουνό θα γίνω φίλος / και με τα πεύκα συντροφιά / κι όταν θα κλαίω και πονώ / θ’ αναστενάξει το βουνό…».

Κατανόησα, που λες, εκείνον τον Μάρκο. Και τον άκουσα προσεκτικά. Του είπα κι εγώ κάποια δικά μου – λεπτεπίλεπτα κι αέρινα μπροστά σε ό,τι υπέφερε εκείνος. Κι ανοίχτηκε περισσότερο – η «χαμένη» του μάνα, ο αδιάφορος πατέρας, το ξύλο στο σπίτι, οι εξαφανισμένοι φίλοι, το τηλέφωνο του που πλέον δεν χτυπούσε από Εκείνην έπειτα από το οριστικό της «τέλος». Του ανέφερα πως «οι άνθρωποι δεν αλλάζουν» –  κυρίως για να τ’ ακούσω εγώ· για να πειστώ εγώ. «Το ένστικτό μας λέει πάντα την αλήθεια απ’ την αρχή. Όσο κι αν εθελοτυφλούμε μασκαρεύοντας τα δικά μας κενά σε “δεύτερες ευκαιρίες”», είχα διαβάσει κάπου.  

«…Πήγαινέ με όπου θέλεις, ταξιτζή / μαύρες ώρες και πικρές περνάω. / Ψάξε να βρεις μιαν ερημιά / να μην ακούω φωνή καμιά / τη νύχτα αυτή πονάω».

Κατά καιρούς, μού εμφανίζεται στο Instagram σε selfies και πόζες μαζί με δύο παιδιά και μια γυναίκα – υποθέτω η σύντροφός του. Δεν του κάνω like. Δεν υπάρχει λόγος να ξαναθυμηθεί και να τρομάξει – κυρίως τον αλλοπρόσαλλο του εκείνο εαυτό· τον ραγισματένιο κι άλλοτε πειραματικό. Ας παραμένει κάτι που πάει, πέρασε – μια αναλαμπή σκοταδιού των είκοσί του -κι εκείνου- εκείνων χρόνων. Χωρίς μάρτυρες, χωρίς αφτί κανένα, στην ανεπίδοτη μνήμη που -σίγουρα- θα τον ξυπνάει από ιδρώτα, κάποια βράδια, στα αναπάντητά του «γιατί», σε κάτι που εύχεται να είχε σκοτωθεί για πάντα. Αλλά να που, μερικές νύχτες, ξεκολλάει απότομα το τσιρότο και τα ένστικτα θεριεύουν.

Ελεύθερα, 11.1.2026

Exit mobile version