5 Απριλίου, 2026
6:37 μμ

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται πλέον σε ένα σταυροδρόμι και θα πρέπει να πάρουν ουσιαστικές αποφάσεις ως προς το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας. Το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 23 και 24 Απριλίου στην Κύπρο θα είναι το πρώτο μετά τις νέες απειλές Τραμπ για διάλυση του ΝΑΤΟ.

Οι απειλές του Αμερικανού ηγέτη φέρνουν εκ νέου στο προσκήνιο το ερώτημα εάν η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει την ευθύνη της ίδιας της ασφάλειας της. Αυτό το ερώτημα μπαίνει πλέον επί τάπητος και είναι ένα ζήτημα που αναγκάζονται οι 27 να δουν με περισσότερη προσοχή κατά τη σύνοδο της Λευκωσίας σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες.

Η νέα κρίση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού

Η άμεση αφορμή είναι η άρνηση των ευρωπαϊκών συμμάχων να συνδράμουν στρατιωτικά τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν — πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και τον οποίο πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χαρακτήρισαν παράνομο. Ωστόσο, οι τριβές δεν ξεκίνησαν εδώ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 2026, η ανακοίνωση Τραμπ για πρόθεση κατάληψης της Γροιλανδίας — αυτόνομου εδάφους της Δανίας, κράτους μέλους του ΝΑΤΟ — είχε προκαλέσει βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης. Το ερώτημα που αποφεύγαν να απαντήσουν δυνατά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είχε πλέον τεθεί: μπορεί ένα κράτος μέλος του ΝΑΤΟ να απειλεί ένα άλλο;

Χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία κινήθηκαν αμέσως προκειμένου να αποτρέψουν τη χρήση εγκαταστάσεων ή του εναέριου τους χώρου από τις αμερικανικές δυνάμεις που εμπλέκονται στον πόλεμο κατά του Ιράν. Ήταν ξεκάθαρο ακόμα και από πολύ στενούς συμμάχους του ίδιου του Τραμπ ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν διάθεση να ακολουθήσουν τον Αμερικανό Πρόεδρο σ’ αυτό τον πόλεμο. Η άρνηση των πλείστων μελών του ΝΑΤΟ να ακολουθήσουν τις εντολές της Ουάσιγκτον εκνεύρισε τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απάντησε με απειλές για αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, εκτοξεύοντας παράλληλα σειρά προσβλητικών σχολίων κατά Ευρωπαίων ηγετών.

Το κοινό ευρωπαϊκό αντεπιχείρημα διατυπώθηκε με μεγαλύτερη σαφήνεια από τη Γαλλία: «Το ΝΑΤΟ είναι στρατιωτική συμμαχία για την ασφάλεια της Ευρω-Ατλαντικής περιοχής. Δεν σχεδιάστηκε για να διενεργεί επιχειρήσεις στο Στενό του Ορμούζ, που θα αποτελούσε παραβίαση του διεθνούς δικαίου», δήλωσε η αναπληρώτρια υπουργός Άμυνας Άλις Ρυφό.

Ο Τραμπ απάντησε δηλώνοντας στο Reuters ότι οι σύμμαχοι «δεν ήταν εκεί όταν τους χρειαστήκαμε» και ότι η σχέση είναι «μονόδρομος». Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο πρόσθεσε: «Αν το ΝΑΤΟ σημαίνει μόνο ότι εμείς υπερασπιζόμαστε την Ευρώπη αλλά εκείνη μας αρνείται βάσεις όταν τις χρειαζόμαστε, αυτή δεν είναι καλή συμφωνία.» Το αποτέλεσμα που δεν περίμενε κανείς στην Ουάσιγκτον: οι σκληρές επιθέσεις Τραμπ κατά των συμμάχων επέτυχαν μόνο έναν στόχο — τους ένωσαν.

Τι αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλέον αναγκασμένοι να δουν με μεγαλύτερη προσοχή τις απειλές Τραμπ σε σχέση με το ΝΑΤΟ. Και το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λευκωσίας προσφέρεται για μια τέτοια συζήτηση λόγω και του ανεπίσημου χαρακτήρα του.

Ζητήματα όπως η ταχύτητα ολοκλήρωσης της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, η επιχειρησιακή ενεργοποίηση του άρθρου 42(7), η νότια διάσταση της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα είναι μέσα στην ατζέντα των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι 27 ηγέτες θα δείξουν εάν μπορούν να πάνε πιο πέρα από τις διακηρύξεις, αντιλαμβανόμενοι ότι η ασφάλεια της ηπείρου δεν μπορεί να επαναπαύεται στα χέρια των Αμερικανών.

Αυτή η κρίση δεν βρήκε την Ευρώπη εντελώς αδόμητη. Από τον Μάρτιο του 2025, με το σχέδιο «ReArm Europe / Readiness 2030» και την αντίστοιχη Λευκή Βίβλο, η ΕΕ είχε ήδη θέσει σε κίνηση μια ιστορική στροφή — με συνολικό στόχο 800 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2030.

Τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2026 αποτυπώνουν το μέγεθος της αλλαγής που χρειάζεται να γίνει στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενίσχυση της ασφάλειας των κρατών μελών.

Στο κεφάλαιο για την Ευρωπαϊκή Άμυνα και Ασφάλεια (§§47–53), οι ηγέτες δεν περιορίστηκαν σε γενικές διακηρύξεις. Εξειδίκευσαν επτά άξονες δράσης:

  • Εντατικοποίηση σε drones, αεράμυνα και πλήγματα ακριβείας
  • Ριζική ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας με ρητή αναφορά στη στήριξη της Ουκρανίας
  • Πλήρη αξιοποίηση των εργαλείων SAFE και EDIP
  • Ολοκλήρωση κοινών προμηθειών από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας έως τον Ιούνιο 2026
  • Στρατιωτική κινητικότητα σε ολόκληρη την Ένωση

Ταυτόχρονα, αναγνώρισαν ρητά απειλές τόσο από τα ανατολικά — Ρωσία και Λευκορωσία — όσο και από τη Μέση Ανατολή, με ειδική αναφορά στα πλέον εκτεθειμένα κράτη μέλη και στην ανάγκη ανάπτυξης στρατιωτικών μέσων στην Ανατολική Μεσόγειο προς στήριξη της Κύπρου.

Το πλαίσιο που στηρίζει αυτές τις αποφάσεις είναι ήδη σε κίνηση: από τον Μάρτιο του 2025, το σχέδιο «ReArm Europe / Readiness 2030» έχει ανοίξει δημοσιονομικό χώρο σχεδόν 650 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας, ενώ το εργαλείο SAFE (Security Action for Europe) των 150 δισεκατομμυρίων χρηματοδοτεί επενδύσεις σε αντιπυραυλικά, drones και κυβερνοασφάλεια.

Ο συνολικός στόχος φτάνει τα 800 δισεκατομμύρια έως το 2030. Ο Χάρτης Αμυντικής Ετοιμότητας 2030 περιλαμβάνει 41 μετρήσιμα ορόσημα· τέσσερα εμβληματικά έργα — Eastern Flank Watch, European Drone Defence Initiative, European Air Shield και European Space Shield — ήδη εκκινούν. Ωστόσο, η εφαρμογή παραμένει το μεγάλο ερώτημα: το ποσοστό κοινών αμυντικών προμηθειών παραμένει κάτω από 20%, έναντι δεσμευμένου στόχου 35% από το 2007. Ο νέος στόχος: 55% έως το 2030.

Μπορεί η Ευρώπη χωρίς την ομπρέλα ΝΑΤΟ;

Η απάντηση είναι σαφής: όχι ακόμα. Και η Ευρώπη είναι βαθιά διχασμένη για το πού θέλει να φτάσει. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε το διατύπωσε με αριθμούς: αν η Ευρώπη θελήσει να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ, το 5% του ΑΕΠ για άμυνα δεν αρκεί — χρειάζεται 10%. «Πρέπει να χτίσεις τη δική σου πυρηνική ικανότητα, που κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ. Σε αυτό το σενάριο χάνεις τον τελικό εγγυητή της ελευθερίας μας, που είναι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα», δήλωσε. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό: η πλήρης αυτονομία θα απαιτούσε χρόνια ανάπτυξης ικανοτήτων, πρωτοφανή πολιτική συναίνεση μεταξύ 27 κρατών, και αμερικανική αποδοχή της ευρωπαϊκής αυτονομίας — τρεις συνθήκες που δύσκολα θα συντρέξουν ταυτόχρονα.

Η Ευρώπη χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα. Στο στρατόπεδο της ευρωπαϊκής αυτονομίας βρίσκονται Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία. Η Γαλλία ηγείται: ο Μακρόν έχει ανοίξει τη συζήτηση για επέκταση της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας στους ευρωπαίους εταίρους, ο δε Γερμανός αντικαγκελάριος Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε ανοιχτός σε τέτοιες συνομιλίες. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Μπαρό έδωσε την πιο ηχηρή απάντηση στον Ρούτε: «Όχι, αγαπητέ Μαρκ Ρούτε. Οι Ευρωπαίοι μπορούν και πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη για τη δική τους ασφάλεια.»

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, των Ατλαντιστών, βρίσκονται Πολωνία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία. Για αυτές η Ρωσία αποτελεί υπαρξιακή απειλή και η αμερικανική πυρηνική εγγύηση είναι αδιαπραγμάτευτη. Η Πολωνία ξοδεύει ήδη πάνω από 4% του ΑΕΠ για άμυνα — αλλά επενδύει κατά κύριο λόγο σε αμερικανικά οπλικά συστήματα. Η Γερμανία αποτελεί την πιο αμφίσημη περίπτωση: τυπικά ανήκει στο «αυτονομιστικό» στρατόπεδο, αλλά διατηρεί βαθιές επιφυλάξεις απέναντι σε ό,τι μοιάζει με αποδέσμευση από τις ΗΠΑ — αντανακλώντας την ψυχολογία μιας χώρας που έχτισε τη μεταπολεμική της ταυτότητα πάνω στη διατλαντική αλληλεγγύη.

Πέρα από τις διαφορές, υπάρχει μια σύγκλιση: σχεδόν κανείς στην Ευρώπη δεν μιλά πλέον για αντικατάσταση του ΝΑΤΟ. Αυτό που συζητείται είναι ο «διπλός δρόμος» — επιτάχυνση ευρωπαϊκών αμυντικών ικανοτήτων παράλληλα με διατήρηση πλήρους συμμετοχής στη Συμμαχία. Η Ευρώπη ψάχνει τρόπο να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ χωρίς να σπάσει τη σχέση. Αυτό που άλλαξε είναι η αίσθηση επείγοντος — και ο Τραμπ, ακούσια, έγινε ο μεγαλύτερος επιταχυντής αυτής της διαδικασίας.

Η Κύπρος και το άρθρο 42(7): γιατί η ευρωπαϊκή αυτονομία είναι ανάγκη

Η Κύπρος ήταν ένας από τους λόγους που άνοιξε η συζήτηση γύρω από το άρθρο 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση — συζήτηση που είχε προγραμματιστεί να ανοίξει κατά το άτυπο συμβούλιο του Απριλίου. Ενδεχομένως κάποιοι να υπολόγιζαν ότι μέχρι τότε θα ξεκαθαρίσει το σκηνικό και ο διάλογος να ξεχαστεί. Ωστόσο οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι αυτή η συζήτηση πρέπει να γίνει.

Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης είναι εξ εκείνων των Ευρωπαίων ηγετών που επιμένουν πολύ στο θέμα της ενίσχυσης της ασφάλειας και της άμυνας. Φέρνοντας ως παράδειγμα την περίπτωση της Κύπρου και την αντίδραση χωρών μελών της ΕΕ με αποστολή στρατιωτικής βοήθειας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Δεν συμφωνώ με όσους υποστηρίζουν ότι η ευρωπαϊκή αυτονομία δεν είναι εφικτή. Αυτό που συνέβη στην Κύπρο αποδεικνύει το αντίθετο».

Η Κύπρος παραμένει το μοναδικό κράτος μέλος της ΕΕ που εξαιρείται από τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ ακριβώς λόγω της τουρκικής άρνησης να δεχθεί ένταξη της νήσου στη συμμαχία. Και αυτό καθιστά την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία για τη Λευκωσία όχι επιλογή, αλλά ανάγκη.

Αυτή η ανάγκη αντικατοπτρίζεται και στη νότια διάσταση που η Κύπρος επιδιώκει να δώσει στην ευρωπαϊκή αμυντική ατζέντα. «Οτιδήποτε γίνεται στη Μέση Ανατολή έχει ευρωπαϊκό αντίκτυπο», τόνισε κατ’ επανάληψη σε δηλώσεις του ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να εμπλακεί πιο ενεργά στην περιοχή με μια προσέγγιση που θα στοχεύει στην ενίσχυση ασφάλειας, σταθερότητας και συνεργασίας. Είναι ακριβώς αυτό το επιχείρημα που η Λευκωσία φέρνει στο τραπέζι του άτυπου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Απριλίου.

Στο περιθώριο της δραματικής αυτής συγκυρίας, μια σχεδόν λησμονημένη διάταξη των ευρωπαϊκών Συνθηκών επιστρέφει στο προσκήνιο. Το άρθρο 42(7) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους μέλους, τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση παροχής βοήθειας και συνδρομής με όλα τα μέσα που διαθέτουν.

Πρόκειται για τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της ΕΕ — θεωρητικά ισχυρότερη ακόμα και από το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, αφού η διατύπωσή της είναι δεσμευτική χωρίς να απαιτείται προηγούμενη διακυβερνητική συζήτηση. Στην πράξη, ωστόσο, παρέμεινε επί χρόνια ένα νομικό «υπόγειο όπλο» που κανείς δεν είχε λόγο να βγάλει στο φως — ως τώρα.

Η ρήτρα επικλήθηκε μόλις μία φορά: από τη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2015, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, ως χειρονομία αλληλεγγύης και κάλεσμα στους εταίρους να αναλάβουν στρατιωτικές ευθύνες. Σήμερα η συζήτηση έχει αλλάξει βαθύτατα. Τον Φεβρουάριο του 2026, μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κάλεσε ρητά την ΕΕ να φέρει τη ρήτρα «στη ζωή», τονίζοντας ότι «η δέσμευση έχει βάρος μόνο αν οικοδομηθεί πάνω σε πραγματικές δυνατότητες». Λίγες ημέρες αργότερα, ο ανώτατος στρατιωτικός αξιωματούχος της ΕΕ, στρατηγός Σεάν Κλάνσι, δήλωσε ότι η πρακτική ενεργοποίηση του άρθρου 42(7) πρέπει να εστιαστεί καταρχάς σε απειλές που βρίσκονται «κάτω από το κατώφλι» του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ: υβριδικές επιθέσεις, κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και παρεμβάσεις που δεν αντιστοιχούν στον ορισμό της ένοπλης επίθεσης.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει η απουσία πυρηνικής εγγύησης. Σε αντίθεση με το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, το άρθρο 42(7) δεν συνοδεύεται από ρήτρα αποτροπής πυρηνικού οπλοστασίου. Η Ευρώπη, με άλλα λόγια, μπορεί να χτίσει ισχυρές συμβατικές αμυντικές ικανότητες, αλλά το «τελικό επιχείρημα» της αποτροπής εξακολουθεί να βρίσκεται στην Ουάσιγκτον — ή στο Παρίσι, αν η Γαλλία επιλέξει να αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Exit mobile version