Απορρίφθηκε και τρίτο εγχείρημα του Μητροπολίτη Τυχικού από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο οποίος επιδιώκει με ειδική διαδικασία να ανατρέψει τις εις βάρος του αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αυτή τη φορά, ο εν αργία Μητροπολίτης ζητούσε με αίτησή του να του επιτραπεί από το Δικαστήριο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μέσω της οποίας θα έθετε νέα στοιχεία που είχαν μεσολαβήσει από το διάστημα που καταχώρησε την αρχική του αίτηση.
Ο Μητροπολίτης Τυχικός με αίτησή του στο Ανώτατο Δικαστήριο η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί, επιδιώκει άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση δια κλήσεως αίτησης προς ακύρωση, μέσω εντάλματος certiorari:
Α. Της απόφασης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ημερομηνίας 8.2.2026, με την οποία επιβλήθηκε στον Αιτητή η ποινή της επ’ αόριστον αργίας,
Β. Την έκδοση προνομιακού εντάλματος, τύπου mandamus, με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου να παραχωρήσει στον αιτητή σχετικά έγγραφα, επί των οποίων φέρεται να στηρίχθηκε η ως άνω απόφαση.
Γ. Άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου prohibition, με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για την πλήρωση της θέσης Μητροπολίτη στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου και γενικότερα να απαγορεύεται η διενέργεια οποιασδήποτε περαιτέρω συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου για οποιοδήποτε θέμα αφορά τον Αιτητή, μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας για την έκδοση των αιτούμενων πιο πάνω ενταλμάτων.
Μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η πλευρά του αιτητή επανήλθε ζητώντας άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστύλωση της ως άνω αίτησης για εξασφάλιση άδειας. Ως προκρίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση, το διάβημα αποσκοπεί όπως τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα, ειδικότερα στις 12.03.2026, εκδόθηκε τελικά απόφαση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο επί της Εκκλήτου Προσφυγής του ιδίου, ημερομηνίας 20.01.1026, που αφορούσε την απόφαση της αργίας του, με την οποία απορρίφθηκε το ως άνω διάβημα του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως η πλευρά του Αιτητή εξηγεί, επιχειρείται να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου γεγονότα που ακολούθησαν της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης της Ιεράς Συνόδου, ειδικότερα, το αποτέλεσμα της Εκκλήτου Προσφυγής από την πλευρά του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ημερομηνίας 8.1.2026, ζήτημα για το οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά από την πλευρά του στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας.
Παράλληλα, μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επιχειρείται να αναδειχθούν, κατά τη θέση πάντα της πλευράς του Αιτητή, ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας και της ορθότητας της σχετικής απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναγόμενα στην έλλειψη δέουσας και νόμιμης αιτιολογίας, σε αντικανονικότητα της ακολουθητέας διαδικασίας, παραβίαση του δικαιώματος του να ακουστεί σε αυτήν, χαρακτηρίζοντας την μια μεροληπτική και προειλημμένη απόφαση.
Το Ανώτατο σε πρόσφατη απόφασή του διαπιστώνει ότι η συμπερίληψη στο υπόβαθρο των γεγονότων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την ως άνω αίτηση, γεγονότων που επακολούθησαν χωρίς αυτά, κατά ωφέλιμο για την διαδικασία τρόπο, να συνδέονται με τα ζητήματα που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή για την εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας δεν δικαιολογείται.
«Το τι ακολούθησε, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης ημερομηνίας 08.01.2026, ειδικότερα το αποτέλεσμα της εκκλήτου προσφυγής του Αιτητή, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής ενασχόλησης στο πλαίσιο των αυστηρών γραμμών στις οποίες κινείται και οριοθετείται η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω το σχετικό αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η υπό εξέταση αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, απορρίπτεται», αναφέρει το Δικαστήριο.


