Στη μια από τις δυο αίθουσες με τις κυπριακές αρχαιότητες στο Λούβρο εκτίθεται ένα από τα σημαντικότερα έργα κυπριακής τέχνης: Είναι το πέτρινο αγγείο της Αμαθούντας το οποίο προσελκύει αμέσως την προσοχή, όχι μόνο με το μέγεθός του αλλά και με την ιστορία του στη νεότερη εποχή. Η Hélène Le Meaux, μια από τις επιμελήτριες της έκθεσης «Cyprus at the Louvre» αφηγείται αυτή την ιστορία και το περιπετειώδες ταξίδι του από την Κύπρο ώς το παρισινό μουσείο.
Ένα «αριστούργημα αρχαϊκής τέχνης» το χαρακτήρισε ο κόμης Melchior de Vogüé, επικεφαλής της γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής στην Κύπρο μεταξύ 1862 και 1865. Αυτό το ογκώδες μονολιθικό αγγείο από ασβεστόλιθο, με διάμετρο πέραν των 3 μ., ύψος σχεδόν 2 μ. και βάρος περίπου 13 τόνων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τελετουργική και επιγραφική άποψη. Τοποθετημένο στον αύλειο χώρο του ιερού, το αγγείο αυτό δεν ήταν μόνο του· ένα δεύτερο αγγείο, εξίσου μνημειακό, αν όχι μεγαλύτερο, όπως μαρτυρείται σε περιηγητικά κείμενα του 16ου αιώνα, είχε φθαρεί με την πάροδο του χρόνου. Ο Edmond Duthoit, αρχιτέκτονας της αποστολής του Vogüé, φιλοτέχνησε σχέδια που απεικονίζουν τα δύο αγγεία επιτόπου, ενώ αρκετοί περιηγητές τα απεικόνισαν τοποθετημένα στην κορυφή της ακρόπολης της Αμαθούντας.
Κατ’ εικόναν της «Χυτής Θάλασσας» στον Ναό του Σολομώντα, όπως περιγράφεται στη Βίβλο, θεωρείται ότι τα αγγεία αυτά περιείχαν νερό για τελετουργική χρήση, ενώ, κατά τους Léon Heuzey και Georges Perrot, με βάση μακέτα από την Κυπριακή Συλλογή του Μουσείου του Λούβρου, εκτιμάται ότι οι πιστοί είχαν πρόσβαση σε αυτά μέσω κλίμακας.
Από την ακρόπολη της Αμαθούντας στο Λούβρο
Αντιμετωπίζοντας ενδοιασμούς και επιφυλάξεις των πληρωμάτων που θα αναλάμβαναν τη φόρτωση σε πλοίο και μεταφορά του αγγείου στη Γαλλία, η αποστολή ανέθεσε τελικά το έργο, τον Σεπτέμβριο του 1865, στον κυβερνήτη φρεγάτας Ernest Moret. Η επιχείρηση διήρκεσε δεκαεπτά μέρες. Πενήντα άνδρες εργάζονταν καθημερινά επί εννέα ώρες. Το αγγείο αναχώρησε για το λιμάνι της Τουλόν στις 8 Οκτωβρίου 1865, επί του ιστιοφόρου Perdrix, το οποίο είχε διαμορφωθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό. Η συγκεκριμένη περίοδος χαρακτηριζόταν από σημαντικές μεταφορές αρχαιοτήτων στη Μεσόγειο, μεταξύ άλλων την άφιξη της Νίκης της Σαμοθράκης στο Μουσείο του Λούβρου το 1864.
Μετά την απομάκρυνσή του από την κορυφή της ακρόπολης της Αμαθούντας, η εγκατάσταση αυτού του γιγαντιαίου αγγείου στους χώρους του Λούβρου προϋπέθετε έναν δεύτερο άθλο. Στις 5 Μαΐου 1866, ο Adrien de Longpérier, Διευθυντής Αρχαιοτήτων του Μουσείου, απηύθυνε την ακόλουθη επιστολή προς τον Διευθυντή Μουσείων, κόμη Nieuwerkerke: «Το αγγείο από την Αμαθούντα οσονούπω θα αφιχθεί και, δεδομένου ότι έχει ήδη προκαλέσει το έντονο ενδιαφέρον του κοινού, θα ήταν σκόπιμο να εκτεθεί χωρίς καθυστέρηση. Η δυσχέρεια έγκειται στη μεταφορά του αγγείου μέσω των αιθουσών μας. Θα επιτρέπατε να τοποθετηθεί προσωρινά […] κάτω από το παραπέτο μεταξύ των αιθουσών των αιγυπτιακών και ασσυριακών αρχαιοτήτων; Η λύση αυτή […] θα μας παρείχε τον αναγκαίο χρόνο για να αναζητήσουμε μόνιμο χώρο για έναν κολοσσό που απαιτεί την άμεση προσοχή μας». Αφού εγκαταστάθηκε ένα ευφυές σύστημα μεταφοράς, όπως τεκμηριώνεται στα αρχεία, το αγγείο πέρασε πιθανότατα ανάμεσα στους ταύρους της Χορσαμπάντ, που εκτίθενται στην Αίθουσα Ασσυριακών Αρχαιοτήτων, κατόπιν από τον προθάλαμο του κλιμακοστασίου και, τέλος, στην παρακείμενη αίθουσα, προς την πλευρά της οδού Ριβολί, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα για περισσότερα από 160 χρόνια.
Επιγραφικές παρατηρήσεις
Το αγγείο φέρει σύμβολα, στο ύψος μίας εκ των λαβών και στο χείλος, τα οποία ερμηνεύθηκαν ως επιγραφές. Το σχέδιο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό L’Illustration το 1864, ήταν στην πραγματικότητα ένα παράδοξο σύνολο, χωρίς ουσιαστική σχέση με το ίδιο το αγγείο. Οι χαρακτήρες που εντοπίστηκαν στο χείλος του το 1876 παρερμηνεύθηκαν από τον έφορο Félix Ravaisson.
Η αποκατάσταση που πραγματοποιήθηκε το 2025 κατέστησε δυνατή την εξέταση ολόκληρης της επιφάνειας του αγγείου και την ενδελεχέστερη μελέτη του χείλους, αποκαλύπτοντας ορισμένα σύμβολα που ακόμη δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί. Κατ’ ακρίβειαν, πάνω στο τοξωτό μορφολογικό στοιχείο που περιβάλλει μία από τις τέσσερις λαβές – ακριβώς πάνω από το ανεστραμμένο ανθέμιο και απέναντι από την κεφαλή του βοοειδούς – ο Antoine Hermary παρατήρησε την παρουσία χαραγμένης επιγραφής από αρκετά συλλαβικά σύμβολα. Μεταξύ των συμβόλων αυτών, τα οποία διαβάζονται από τη βάση της λαβής προς τα πάνω, ο επιγραφολόγος Olivier Masson ταυτοποίησε ένα «α», ένα «να», μία διαχωριστική γραμμή, ένα πιθανό «τα» και τα ίχνη δύο επιπλέον συμβόλων.
Η πρώτη «λέξη», α-να, απαντά συχνά στην Αμαθούντα και ενδέχεται να σημαίνει «θεότητα» στην τοπική γλώσσα, την ετεοκυπριακή. Οι ταύροι και τα φυτικά διακοσμητικά μοτίβα θα μπορούσαν να παραπέμπουν στη γονιμότητα και τη ζωή, σε συνάρτηση με την ιερότητα του χώρου.
*Το κείμενο μεταφράστηκε από τα γαλλικά στα ελληνικά από την Δέσποινα Πυρκεττή.
Ελεύθερα 11.4.2026


