Από τον Ευριπίδη στο Ορμούζ: ένας κόσμος που παρακολουθεί την ίδια του την κρίση σαν παράσταση.
Κορυφαίοι ιστορικοί του θεάτρου, όπως η Έρικα Φίσερ- Λίχτε, υποδεικνύουν τον Ευριπίδη ως τον τραγικό ποιητή που αποτύπωσε την κρίση της πόλης, επειδή οι τραγωδίες του αποτελούν φανερές εκφράσεις της πολιτικής και κοινωνικής παρακμής της Αθήνας, ειδικά κατά την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Σε αντίθεση με τον Σοφοκλή, ο οποίος παρουσίαζε τους ανθρώπους όπως «θα έπρεπε να είναι» και οι ήρωές του καθορίζονται από τη λογική, οι άνθρωποι στον Ευριπίδη απεικονίζονται «όπως είναι» στην πραγματικότητα, δηλαδή ευάλωτοι στη δημαγωγία, αιχμάλωτοι των παθών και της φύσης (τους), πρόθυμοι να υποτάξουν το κοινό καλό στην ωμή βία και την ιδιοτέλεια.
Ειδικά στα όψιμα έργα του, όπως οι Φοίνισσες και ο Ορέστης, ο λόγος -που στον Αισχύλο ήταν το θεμέλιο της δημοκρατικής ταυτότητας- εκπίπτει σε εργαλείο χειραγώγησης, η πολιτική σε ανταγωνισμό ισχύος και η πόλη, ως ηθική και πολιτική κοινότητα, αρχίζει να αποσυντίθεται. Αυτή η ρεαλιστική προσέγγιση αποκαλύπτει την ηθική διάβρωση των πολιτών και των ηγετών, προσφέροντας στους Αθηναίους μια καθόλου κολακευτική εικόνα του εαυτού τους.
Στις Βάκχες, το τελευταίο του έργο, ο Ευριπίδης διαγιγνώσκει το τέλος της πόλης μέσω της επιστροφής στη βία και τον εκβαρβαρισμό. Ο άνθρωπος υποχωρεί σε μια σχεδόν ζωώδη κατάσταση, πέρα από το δίκαιο και την ηθική. Ο ποιητής καταγράφει τη στιγμή που τα δημοκρατικά ιδανικά κατέληξαν απλές μυθοπλασίες. Κι εκεί που η τραγωδία ως είδος βασιζόταν στη νοηματοδοτημένη ύπαρξη του ανθρώπου εντός της πόλης, ο Ευριπίδης, κηρύσσοντας το τέλος της πόλης, προανήγγειλε ταυτόχρονα και το τέλος της τραγωδίας ως γεγονότος θρησκευτικού και πολιτικού.
Αν επιχειρούσε κανείς να μεταφέρει αυτή τη δραματουργία στο παρόν, θα διαπίστωνε ότι η σύγχρονη γεωπολιτική σκηνή θυμίζει όλο και πιο ανατριχιαστικά το ευριπίδειο σύμπαν. Προφανώς, η Ιστορία, τα ίδια τα γεγονότα καθαυτά, δεν επαναλαμβάνονται. Αναδύονται όμως ανάλογες δομικές εντάσεις: η σύγκρουση συμφερόντων απογυμνώνεται από κάθε ιδεολογικό περίβλημα, η πειθώ μετατρέπεται σε τεχνική χειραγώγησης και η πολιτική εγκαταλείπει τη σφαίρα του κοινού για να λειτουργήσει ως διαρκής αντιπαράθεση ισχύος.
Στην εποχή μας βλέπουμε ακόμη περισσότερο τη διπλωματία της κανονιοφόρου να συνδυάζεται με την πολιτική της εικόνας, τουτέστιν της εντύπωσης. Έχει μετασχηματιστεί σε μια σύνθετη πρακτική όπου η στρατιωτική ισχύς, η οικονομική πίεση και η επικοινωνιακή διαχείριση συνυπάρχουν σε ενιαίο θέαμα. Η απειλή εκφέρεται δημόσια, όχι μόνο για να υλοποιηθεί, αλλά και για να παράξει περιεχόμενο.
Οι εντάσεις κορυφώνονται μπροστά στο παγκόσμιο φιλοθεάμον κοινό και η «αποκλιμάκωση» παρουσιάζεται ως σκηνοθετημένη λύτρωση. Η πολιτική ως περφόρμανς επενδύει την πραγματικότητα με δράμα, αφήγηση, ρυθμό και ένταση. Κύριο πεδίο μάχης είναι πλέον η προσοχή. Το γρήγορο, το έντονο, το συγκινησιακό υπερισχύει του σύνθετου.
Ωστόσο, η υπερβολή του δράματος, δεν πρέπει να συγχέεται με την αλλαγή του έργου. Όσο πληθωρικός και εκδηλωτικός κι αν είναι ο κλόουν, αυτό δεν σημαίνει ότι άλλαξε και το τσίρκο. Το συγκεκριμένο τσίρκο, το σύστημα που εξακολουθεί να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τους όρους του παιχνιδιού, αναδιαμορφώθηκε ριζικά τον Δεκαπενταύγουστο του 1971 με το λεγόμενο «Σοκ του Νίξον». Εν μία νυχτί, ανατράπηκε το σύστημα ισοτιμιών που όρισε η ιστορική Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς το 1944, που είχε γίνει έρμαιο των κερδοσκόπων. Το δολάριο αποσυνδέθηκε από τον χρυσό και μετατράπηκε σε καθαρά πολιτικό νόμισμα.
Για να στηριχθεί αυτή η μετάβαση, οικοδομήθηκε το σύστημα των πετροδολαρίων. Έτσι γεννήθηκε ο «βασιλιάς δολάριο», του οποίου σήμερα βλέπουμε τον γυμνό ποπό. Η σύνδεση ενέργειας και δολαρίου, η στρατιωτική παρουσία σε κρίσιμα γεωγραφικά σημεία, οι σχέσεις ασφάλειας με τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες, οι επιβεβλημένες επενδύσεις πίσω στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα συγκροτούν ένα πλέγμα ισχύος που έγινε κανόνας και επιβίωσε επί δεκαετίες. Δεν το έστησε ούτε ο Τραμπ, όσο κι αν έχει σκυλιάσει για κάθε είδους εύσημα, ούτε οι σύγχρονοι ιέρακες της αμερικανικής πολιτικής ελίτ. Το βρήκαν έτοιμο και σε πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Οι κρίσεις, που το ίδιο το σύστημα αναπόφευκτα και δομικά γεννούσε, αντί να το φθείρουν το αναπαρήγαγαν και το ενίσχυσαν. Πόλεμοι επί πολέμων το νομιμοποίησαν. Σήμερα, όμως, το ίδιο αυτό σύστημα αδυνατεί να (συγ)καλύψει τα πεπερασμένα όριά του. Όπως στην ευριπίδεια τραγωδία, η κρίση εκδηλώνεται ως δομική αποσύνθεση. Αναλυτές συγκρίνουν την Κρίση του Ορμούζ με εκείνη του Σουέζ το 1956, που σήμανε -με λυγμό- το τέλος μιας αυτοκρατορίας. Το στενό στον Περσικό Κόλπο είναι ένας κόμβος όπου συγκλίνουν πολλαπλές εντάσεις: γεωπολιτικές, ενεργειακές, νομισματικές και σήμερα έχει υποστεί μια επώδυνη για τις παγκόσμιες ισορροπίες «φλεγμονή».
Το Στενό του Ορμούζ είναι επίσης ένα σημείο όπου συμπυκνώνονται οι αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου: εξάρτηση από υδρογονάνθρακες και ταυτόχρονη κλιμάκωση των ενεργειακών ανταγωνισμών. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής εγγύησης ασφάλειας, η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων, η αναζήτηση εναλλακτικών νομισμάτων στις ενεργειακές συναλλαγές: όλα συνθέτουν μια εικόνα μετατόπισης. Το «πετρογιουάν» έχει αρχίσει να υποδηλώνει ότι η μονοκρατορία του δολαρίου δεν είναι πλέον αυτονόητη, γεγονός που υπονομεύει έναν από τους βασικούς πυλώνες της μεταπολεμικής τάξης, δημιουργεί ρωγμές σ’ ένα σύστημα που μέχρι πρόσφατα φαινόταν αδιάβλητο.
Κι εμείς, λοιπόν, σκρολάρουμε σε μια οθόνη, παρακολουθώντας με σχετική απάθεια μια κρίση που πάνω απ’ όλα είναι υπαρξιακή. Η «Ύβρις της Ανθρωπότητας», όπως την περιγράφει στο ντοκιμαντέρ του ο Γιώργος Αυγερόπουλος, δεν αφορά μόνο τον περιβαλλοντικό συναγερμό που έχει εφιαλτικά σημάνει, αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου να αναγνωρίσει τα όρια του ίδιου του συστήματος που δημιούργησε, όντας παγιδευμένος στη φάκα ενός συστήματος ανίκανου να αναστοχαστεί.
Κάπου εδώ καθίσταται ξανά επίκαιρη η ευριπίδεια διάγνωση. Η πλήρης παράδοση στη βαρβαρότητα σηματοδοτεί την τελική αποσάθρωση της πλανητικής πόλης. Πιθανότατα, να έχουμε ήδη περάσει τη γραμμή. Το συλλογικό ιδεώδες έχει οριστικά υποχωρήσει μπροστά στη βία και το συμφέρον. Αυτό που απομένει δεν είναι η τραγωδία, αλλά το παραστατικό της αποτύπωμα και μάλιστα χωρίς κάθαρση.
Ένα θέαμα χωρίς νόημα, χωρίς λύτρωση, χωρίς αναγνώριση, χωρίς μεταστροφή. Μια ατέρμονη ακολουθία επεισοδίων όπου η σύγκρουση δεν οδηγεί σε επίγνωση, αλλά στην εξοικείωση. Και το σοκ, αντί να αφυπνίζει, καταναλώνεται. Με άλλα λόγια, δεν ζούμε την κορύφωση του δράματος, αλλά το τέλος του. Που για τον Ευριπίδη είναι η στιγμή που η πόλη παύει πια να αναγνωρίζει τον εαυτό της.
Ελεύθερα, 11.4.26


