Κύπρος 1955-1959. Η δράση της ΕΟΚΑ θύμισε σε όλους ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι πρωτεύον στη ζωή. Ωστόσο, δεν σταμάτησε κατά την περίοδο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας. Επηρεάστηκαν όμως σταδιακά οι διοργανώσεις της ΚΟΠ και σημειώθηκαν αξιοσημείωτα γεγονότα…
Καταργήθηκε το κύπελλο για κάποια χρόνια, αποχώρησαν οι τουρκοκυπριακές ομάδες, κάτι που αποτέλεσε το τέλος των μεικτών αγώνων. Παρουσιάστηκαν ανωμαλίες στη διεξαγωγή των διοργανώσεων, όπως κλείσιμο γηπέδων, καθυστερήσεις και κουτσουρεμένα πρωταθλήματα, κατάργηση υποβιβασμού, ακύρωση αγώνων μέχρι και διακοπή πρωταθλήματος. Επίσης, είχαμε τη διοργάνωση ειδικού «Κυπέλλου Ανεξαρτησίας».
Σε αυτή την περίοδο, η Ανόρθωση κυριαρχεί αγωνιστικά και δημιουργεί «χρυσή επταετία».
Επίσης, η σχέση της ΕΟΚΑ με το ποδόσφαιρο ήταν στενή, καθώς πολλοί ποδοσφαιριστές συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα και οι ομάδες επηρεάστηκαν άμεσα από τα γεγονότα.
Παρακάτω ακολουθεί περιγραφή κάθε σεζόν ξεχωριστά, από το βιβλίο «Ένας αιώνας κυπριακό ποδόσφαιρο» (1934-1935 – 1999-2000) των Μιχάλη Γαβριηλίδη και Στέλιου Παπαμωυσέως.
1955-56: Η αποχώρηση της Τσεντίν Καγιά
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε ήδη ξεκινήσει, αλλά αυτό δεν επηρέασε την ομαλή διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος. Λόγω των ταραχών όμως, η ΚΟΠ αποφάσισε τη ματαίωση του κυπέλλου. Απόφαση η οποία ίσχυσε μέχρι και την περίοδο 1960-61, αφού το κύπελλο επαναλειτούργησε κανονικά την περίοδο 1961-62.
Η περίοδος 1955-56 όμως ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ιστορική για το κυπριακό πρωτάθλημα, αφού αποτέλεσε το τέλος μιας εποχής για τις τουρκοκυπριακές ομάδες. Πράγματι, η Τσετίν Καγιά κι οι άλλες τουρκοκυπριακές ομάδες πήραν «άνωθεν εντολή» να αποχωρήσουν από τη δύναμη της ΚΟΠ (για πολιτικούς βέβαια λόγους) κι έτσι, ο αγώνας Πεζοπορικού – Τσετίν Καγιά (4-1) για την ημιτελική φάση του κυπέλλου 1955 έμελλε να ήταν κι ο τελευταίος ανάμεσα σε Ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή ομάδα. Το κυπριακό ποδόσφαιρο λοιπόν έχασε μια από τις ιστορικές του ομάδες, αφού η Τσετίν Καγιά όχι μόνο ήταν ιδρυτικό μέλος της ΚΟΠ αλλά και ανάμεσα στις ομάδες που πρωτοαγωνίστηκαν, έχοντας λάβει μέρος σε 18 πρωταθλήματα και κατακτήσει έξι τίτλους (ένα πρωτάθλημα, δυο κύπελλα, τρεις Ασπίδες).
Η αποχώρηση της Τσετίν Καγιά αλλά και άλλων των άλλων τουρκοκυπριακών ομάδων αποτέλεσε ουσιαστικό ιστορικό γεγονός όχι μόνο για το ποδόσφαιρο αλλά και γενικά για τον κυπριακό αθλητισμό, αφού από τότε, οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στον αθλητισμό είναι ανύπαρκτες. Μήπως όμως η διαγραφή της Τσετίν Καγιά από την ΚΟΠ θα λειτουργούσε θετικά για τον Άρη, που στην προηγούμενη περίοδο είχε υποβιβαστεί στη Β’ κατηγορία; Παρά την αίτηση που έκανε η ομάδα της Λεμεσού να αντικαταστήσει τους Τουρκοκύπριους, η ΚΟΠ αποφάσισε να διατηρήσει την ομάδα της Λεμεσού στη Β’ κατηγορία και διέταξε τη διεξαγωγή του πρωταθλήματος Α’ κατηγορίας της περιόδου 1955-56 με εννέα ομάδες.
Με τη Σαλαμίνα να λαμβάνει για πρώτη φορά μέρος στην Α’ κατηγορία και με την ΑΕΛ να διατηρεί τη δύναμή της, το ερώτημα που απασχολούσε τους ποδοσφαιρόφιλους ήταν κατά πόσο η ομάδα της ΑΕΛ θα διατηρούσε πράγματι στην κορυφή. Πρωταθλήτρια το 1955, οι γαλαζοκίτρινοι της Λεμεσού έδειξαν για άλλη μια χρονιά τις αρετές τους, παρ’ όλο που ο ΑΠΟΕΛ τους πίεσε πολύ στην κορυφή και διεκδίκησε μέχρι τέλους την κατάκτηση του τίτλου. Άλλη μια ομάδα που έκανε αισθητή την παρουσία της ήταν η νεοφώτιστη Σαλαμίνα. Οι βυσσινί, που είχαν στείλει προειδοποιητικά μηνύματα από τις δυο προηγούμενες χρονιές, όχι μόνο το κύπελλο (έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά το 1954, ενώ το 1955 απέκλεισαν τον ΑΠΟΕΛ), τερμάτισαν στην πολύ τιμητική γι’ αυτούς τρίτη θέση, ξεκινώντας έτσι δυναμικά την παρουσία τους στην πρώτη κατηγορία. Όσο για την Ανόρθωση, τερμάτισε μεν στην τέταρτη θέση, αλλά διέθετε την καλύτερη επίθεση (43 τέρματα), κάτι που έκανε τους οπαδούς της να ελπίζουν σε καλύτερες μέρες.
Πάντως, στη χρονιά 1955-56 ήταν χαρακτηριστική η πτώση των δυο ομάδων της Λάρνακας, ΕΠΑ και Πεζοπορικού, που τερμάτισαν σε πολύ χαμηλές θέσεις. Αν, μάλιστα, δεν υπήρχε η ΑΥΜΑ, ίσως η ΕΠΑ να ήταν αυτή που θα είχε τη θέση της στη β’ κατηγορία και θα υποβιβαζόταν στη Β’ κατηγορία. Τελικά, η προσφυγική ομάδα έμεινε στην τελευταία θέση και υποβιβάστηκε, με τον Άρη να παίρνει τη θέση της.
1956-57: Χωρίς υποβιβασμό
Με αγώνα ψηλών… εμποδίων έμοιαζε το πρωτάθλημα της περιόδου 1956-57 και λίγο έλειψε να ματαιωθεί. Ενώ ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ βρισκόταν στο δεύτερό του έτος, οι Άγγλοι αποφάσισαν στις 3 Νοεμβρίου να κλείσουν (!) το ΓΣΠ, με αποτέλεσμα να ματαιωθούν αρκετά φιλικά παιχνίδια του προηγούμενου της έναρξης του πρωταθλήματος.
Το πιο σοβαρό όμως πρόβλημα αφορούσε την κανονική λειτουργία των τριών ομάδων Α’ κατηγορίας της Λευκωσίας (ΑΠΟΕΛ, Ολυμπιακός, Ομόνοια). Χωρίς γήπεδο και χώρους διεξαγωγής αγώνων, οι τρεις πρωτευουσιάνικες ομάδες κινδύνευαν άμεσα με αφανισμό.
Στις 7 Νοεμβρίου, σε έκτακτη γενική συνέλευση της ΚΟΠ που πραγματοποιήθηκε στο οίκημα της Ομόνοιας, αποφασίστηκε έναρξη του πρωταθλήματος, χωρίς τη συμμετοχή των ομάδων της Λευκωσίας. Και πράγματι, το πρωτάθλημα ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου 1956 κουτσουρεμένο και με τη συμμετοχή μόνο έξι ομάδων (ΑΕΛ, Ανόρθωση, Άρης, ΕΠΑ, Πεζοπορικός, Σαλαμίνα). Τον Γενάρη του 1957 όμως, οι Βρετανοί επέτρεψαν τη λειτουργία του ΓΣΠ κι έτσι, για τις τρεις λευκωσιάτικες ομάδες, το πρωτάθλημα ουσιαστικά ξεκίνησε λίγο μετά την Πρωτοχρονιά.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, οι εννέα ομάδες που πήραν μέρος στο πρωτάθλημα κατόρθωσαν στο τέλος να συμπληρώσουν όλο το αγωνιστικό τους πρόγραμμα (16 αγώνες έκαστη), αλλά στις 8 Ιουνίου 1957, σε έκτακτη γενική συνέλευση της ομοσπονδίας που πραγματοποιήθηκε στο οίκημα του ΑΠΟΕΛ, αποφασίστηκε να μην ισχύσει διαβάθμιση, λόγω ακριβώς της ανωμαλίας που προκλήθηκε με το κλείσιμο του ΓΣΠ. Στη γενική συνέλευση πήραν μέρος 22 άτομα (15 εκπρόσωποι σωματείων και επτά της ομοσπονδίας, με επικεφαλής τον τότε πρόεδρο της ΚΟΠ, Πέτρο Στυλιανίδη) και μετά από εκτενέστατη συζήτηση, αποφασίστηκε η παραμονή όλων των ομάδων στην Α’ κατηγορία.
Αποφασίστηκε επίσης η μη διεξαγωγή του κυπέλλου, αφού το πρωτάθλημα θα τελείωνε γύρω στα μέσα του Ιούλη και ασφαλώς δεν υπήρχε χρόνος για αγώνες κυπέλλου.
Στον αγωνιστικό τομέα, η περίοδος 1956-57 ήταν η αρχή της «χρυσής επταετίας» της Ανόρθωσης. Οι μπλε της Αμμοχώστου, που για κάποια χρόνια ζούσαν ουσιαστικά στη σκιά των ομάδων όπως ο ΑΠΟΕΛ και η ΑΕΛ, κατόρθωσαν να φτιάξουν ισχυρή ομάδα, που στα επόμενα χρόνια αποτέλεσε και τη συνολική δύναμη της νεοσύστατης τότε, εθνικής Κύπρου.
Οι νεαροί Πατύρος, Πιέρης, Χαραλάμπους, Ζάγκαλος, Άσπρος, Σιαλής, Σιάλος και Άντης ήταν αυτοί που οδήγησαν την Ανόρθωση στη μεγάλη επιτυχία το 1957, κατακτώντας τον τίτλο αήττητοι και σημειώνοντας συνολικά 51 τέρματα σε 16 αγώνες (μέσος όρος, δηλαδή, κάτι περισσότερο από τρία τέρματα σε κάθε αγώνα!). Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η άνεση με την οποία κέρδισε το πρωτάθλημα η Ανόρθωση, αφού οι οκτώ βαθμοί διαφοράς της από το δεύτερο Πεζοπορικό ήταν η μεγαλύτερη όλων των εποχών, ύστερα με το Τραστ την περίοδο 1934-35.
Η αγωνιστική περίοδος 1956-57 είχε ιδιαίτερη σημασία από ιστορικής άποψης, αφού ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ο ΑΠΟΕΛ τερμάτισε τελευταίος στη βαθμολογία. Λόγω των ταραχών όμως της εποχής εκείνης, δεν ίσχυσε διαβάθμιση.
1957-58: Ματαίωση πέντε αγώνων
Άλλο ένα πρωτάθλημα που διεξήχθηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες, ήταν αυτό της περιόδου 1957-58. Η έκρυθμη κατάσταση η οποία εξακολουθούσε να υπάρχει στην Κύπρο λόγω του αγώνα της ΕΟΚΑ, επηρέασε, όπως ήταν φυσικό, την ομαλή διεξαγωγή του πρωταθλήματος και τελικά, πέντε αγώνες (ΑΠΟΕΛ – Ανόρθωση, ΑΠΟΕΛ – Άρης, Απόλλων – Ομόνοια, Ολυμπιακός – Πεζοπορικός, Ομόνοια – Πεζοπορικός) ματαιώθηκαν.
Η ματαίωση των αγώνων αυτών δεν επηρέασε όμως την τελική βαθμολογία στην κορυφή, με την Ανόρθωση να κυριαρχεί (όπως και στην προηγούμενη περίοδο) και να κατακτά τελικά το πρωτάθλημα με διαφορά έξι βαθμών από τον Πεζοπορικό, που και στην προηγούμενη περίοδο είχε τερματίσει στη δεύτερη θέση.
Η Ανόρθωση διατήρησε την περσινή της δύναμη, ενώ στα βασικά της στελέχη προστέθηκαν οι Ιακώβου και Κάππας, παίκτες ικανότατοι και που ολοκλήρωσαν το ήδη πετυχημένο «παζλ» για τη «Μεγάλη Κυρία» του κυπριακού ποδοσφαίρου. Στην πορεία τους προς την κατάκτηση του τίτλου, οι βαρωσιώτες έχασαν δυο φορές (1-2 από την ΑΕΛ και 2-3 από τον Πεζοπορικό), αλλά γενικά η διαφορά τους από τις υπόλοιπες ομάδες ήταν κάτι περισσότερο από… διάκριση.
Εκτός από την ευκολία με την οποία κέρδιζε τα παιχνίδια της, η Ανόρθωση πέτυχε συνολικά 55 τέρματα και ήταν τα περισσότερα από κάθε άλλη ομάδα. Η επίδοση της αυτή, αποτελεί το δεύτερο καλύτερο ρεκόρ όλων των εποχών, με την Ανόρθωση της περιόδου 1948-49 να διατηρεί τα σκήπτρα (58 τέρματα).
Η ομάδα της Αμμοχώστου κατέστη η τέταρτη ομάδα στην ιστορία του κυπριακού ποδοσφαίρου (μετά την ΑΠΟΕΛ, την ΕΠΑ και την ΑΕΛ) που κατόρθωσε να κατακτήσει τον τίτλο σε δυο τουλάχιστον συνεχόμενες περιόδους και δεν υπήρχε πια καμιά αμφιβολία ότι ήταν η κορυφαία ομάδα του τόπου. Και σύμφωνα με τις ενδείξεις, θα παρέμενε στην κορυφή για αρκετά ακόμη χρόνια.
Όπως κι έγινε άλλωστε.
Για έκτη όμως κατά σειρά χρονιά, η Λευκωσία απογοήτευσε και έμενε χωρίς πρωταθλητή! Και τούτο γιατί, ενώ ο ΑΠΟΕΛ και η Ομόνοια ήταν ακόμα στις πιο δυνατές ομάδες της πρωτεύουσας, που διατηρούσαν μια αρκετά ισχυρή παρουσία, τα αποτελέσματα τους δεν ήταν τα αναμενόμενα και δεν κατάφεραν να διεκδικήσουν με αξιώσεις τον τίτλο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, εκείνη τη χρονιά, οι τρεις ομάδες της πρωτεύουσας δεν κατάφεραν να τερματίσουν στην πρώτη τριάδα της βαθμολογίας. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που δεν συνέβη κάτι τέτοιο στην ιστορία του κυπριακού ποδοσφαίρου!
Επίσης, για τρίτη κατά σειρά χρονιά, η ομάδα που τερμάτισε στην τελευταία θέση προερχόταν από την πρωτεύουσα (Ολυμπιακός). Όπως όμως τη γλίτωσε στην προηγούμενη χρονιά ο ΑΠΟΕΛ, έτσι και οι μαυροπράσινοι δεν θα χρειαζόταν να κάνουν το ακραίο ταξίδι στη Β’ κατηγορία, αφού για άλλη μια φορά η ΚΟΠ αποφάσισε ότι δεν θα ισχύει διαβάθμιση, αλλά μόνο προαγωγή.
Το πρωτάθλημα 1957-58 ήταν το πρώτο στην ιστορία όπου διεξήχθησαν τοπικά ντέρμπι στη Λεμεσό ανάμεσα σε τρεις ομάδες. Κι αυτό γιατί, στις δυο παραδοσιακές ομάδες (ΑΕΛ, Άρης), ήρθε να προστεθεί ο νεοφώτιστος τότε Απόλλωνας, ο οποίος έκανε την παρθενική του εμφάνιση στην πρώτη κατηγορία. Οι μπλε της Λεμεσού τερμάτισαν στην προτελευταία θέση της βαθμολογίας πετυχαίνοντας δυο νίκες (2-1 τον ΑΠΟΕΛ, 5-2 τη Σαλαμίνα), αλλά σημαντικότερη απ’ όλες τις νίκες αυτές ήταν η εμπειρία που απέκτησαν από τη συμμετοχή τους στη μεγάλη κατηγορία.
1958-59: Διακοπή του πρωταθλήματος
Σε τρεις διαφορετικές περιόδους δεν κατέστη δυνατή η διεξαγωγή του παγκύπριου πρωταθλήματος. Η πρώτη ήταν στα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου (1942 – 1944), η δεύτερη κατά τη διάρκεια της έξαρσης του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ (1958 – 59) και η τρίτη το 1963 -64, με την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων και τα γεγονότα που ακολούθησαν.
Μετά λοιπόν τη διακοπή του πρωταθλήματος λόγω του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ήλθε η δεύτερη διακοπή, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50. Το 1958 η Κύπρος βρισκόταν σε συναγερμό σε καθημερινή βάση και όπως ήταν φυσικό, το ποδόσφαιρο πέρασε μοιραία σε δεύτερη ή και τρίτη μοίρα. Άλλωστε, το μεγαλύτερο ποσοστό της νεολαίας της τότε εποχής ήταν ενεργά μέλη της ΕΟΚΑ και μοιραία το ποδόσφαιρο είχε το δικό του μερίδιο προσφοράς στον αγώνα κατά της Αγγλοκρατίας. Η κυπριακή ομοσπονδία ποδοσφαίρου, μπροστά στην κατάσταση αυτή, δεν είχε άλλη επιλογή από τη ματαίωση όλων των διοργανώσεών της (πρωτάθλημα Α’ και Β’ κατηγορίας, πρωτάθλημα αναπληρωματικών, κύπελλο).
Η έκρυθμη κατάσταση στην Κύπρο συνεχίσθηκε μέχρι τους πρώτους μήνες του 1959, όταν διαφάνηκε, επιτέλους, αχτίδα ηλίου στο βασανισμένο κυπριακό ουρανό. Όταν, λοιπόν, κάποτε τέλειωσαν οι εχθροπραξίες και όλα έδειχναν ότι η Κύπρος θα αποκτούσε την ανεξαρτησία της, η ΚΟΠ, σε μια προσπάθειά της να ενεργοποιήσει αγωνιστικά τις εδώ και αρκετούς μήνες αδρανείς ομάδες της, προκήρυξε ειδικό κύπελλο, με την ονομασία «Κύπελλο Ανεξαρτησίας». Μια διοργάνωση η οποία θεωρήθηκε επίσημη και όπου η νικήτριά της, Ανόρθωση, αναφέρεται στη λίστα του παλμαρές ως κυπελλούχος Κύπρου.
Στο ειδικό αυτό κύπελλο πήραν μέρος 18 ομάδες από την πρώτη αλλά και τη δεύτερη κατηγορία, οι δε αγώνες ξεκίνησαν στις 5 Απριλίου, με τον τελικό να διεξάγεται στις 27 Ιουνίου. Και για να μπορέσουν οι ομάδες να αγωνισθούν σε όσο το δυνατό περισσότερους αγώνες, η ομοσπονδία αποφάσισε όπως η πρόκριση στον πρώτο γύρο κρίνεται σε διπλούς αγώνες. Ήταν λοιπόν η πρώτη φορά στην ιστορία του κυπέλλου Κύπρου όπου έγιναν διπλοί αγώνες στον πρώτο γύρο.
Όπως ήταν φυσικό, η Ανόρθωση πρόβαλλε ως το πιο ισχυρό φαβορί για την κατάκτηση του ειδικού αυτού κυπέλλου. Πρωταθλήτρια τα δύο τελευταία χρόνια, η ομάδα της Αμμοχώστου ξεκίνησε εντυπωσιακά τους αγώνες της, συντρίβοντας τον Πεζοπορικό στο ΓΣΕ (8-0). Παρά την ήττα της στη Λάρνακα (0-2), προκρίθηκε, ενώ στη συνέχεια νίκησε εύκολα την ΠΑΕΚ (5-0) και την Ομόνοια (3-0), ενώ στα ημιτελικά επικράτησε του ΑΠΟΕΛ (3-1).
Αντίπαλος της Ανόρθωσης στον τελικό ήταν η ΑΕΛ, η οποία είχε την τύχη να προκριθεί στο δεύτερο γύρο μετά από… κλήρωση, αφού οι δυο αγώνες της με τον Απόλλωνα έληξαν με το ίδιο σκορ (3-2, 2-3). Η ΑΕΛ επικράτησε με το ίδιο σκορ της ΕΠΑ στα προημιτελικά, ενώ στα ημιτελικά κέρδισε τον Ολυμπιακό σε επαναληπτικό αγώνα (3-3, 2-1).
Ο τελικός, που έγινε στο ΓΣΠ, ήταν συγκλονιστικός και κρίθηκε με εύστοχο πέναλτι του Παντελάκη (28’). Πέναλτι όμως που αμφισβήτησε έντονα η ΑΕΛ, η οποία κι έκανε ένσταση κατά του κύρους του αγώνα. Η ΚΟΠ εξέτασε την ένσταση των Λεμεσιανών στις 8 Ιουλίου και την απέρριψε, αναδεικνύοντας την Ανόρθωση κυπελλούχο Κύπρου 1959.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, ενώ κατά τη διάρκεια του τελικού οι ποδοσφαιριστές των δυο ομάδων συμπεριφέρθησαν αθλητοπρεπώς, οι οπαδοί των δυο ομάδων δεν μιμήθηκαν τους ποδοσφαιριστές τους, προκαλώντας σοβαρά επεισόδια στις κερκίδες. Επεισόδια όμως που ευτυχώς δεν οδήγησαν στη διακοπή του ειδικού αυτού κυπέλλου, που είχε και συμβολική σημασία για την Κύπρο.


