Το Μουντιάλ ποδοσφαίρου του 2026, που θα διεξαχθεί σε Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά και Μεξικό, αναμένεται να αποτελέσει μια διοργάνωση-ορόσημο όχι μόνο σε αθλητικό αλλά και σε περιβαλλοντικό επίπεδο. Σύμφωνα με αναλύσεις ειδικών και εκτιμήσεις που δημοσιοποιήθηκαν από το BBC Sport, η διοργάνωση ενδέχεται να καταγραφεί ως η πιο επιβαρυντική για το κλίμα στην ιστορία του θεσμού, κυρίως λόγω των τεράστιων αποστάσεων που θα χρειαστεί να καλύψουν ομάδες και φίλαθλοι.
Η απόφαση της FIFA να επεκτείνει τη διοργάνωση σε 48 ομάδες και να τη φιλοξενήσει σε μια ολόκληρη ήπειρο δημιουργεί ένα πρωτοφανές ταξιδιωτικό αποτύπωμα. Εκατομμύρια φίλαθλοι αναμένεται να μετακινηθούν αεροπορικώς μεταξύ πόλεων που απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα, γεγονός που οδηγεί σε σημαντική αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Χιλιάδες μίλια για ένα όνειρο
Για πολλούς φιλάθλους, η παρακολούθηση της εθνικής τους ομάδας σε ένα Μουντιάλ αποτελεί εμπειρία ζωής. Ωστόσο, το τίμημα για το περιβάλλον μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Υπολογίζεται ότι ένας φίλαθλος της Αγγλίας που θα ταξιδέψει από το Λονδίνο και θα παρακολουθήσει όλα τα παιχνίδια της ομάδας του μέχρι τον τελικό, θα διανύσει σχεδόν τα δύο τρίτα της περιμέτρου της Γης, παράγοντας περίπου 3,4 έως 3,5 τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα.
Οι εκπομπές αυτές αντιστοιχούν, σύμφωνα με ειδικούς, στη θέρμανση ενός μέσου σπιτιού στο Ηνωμένο Βασίλειο για περίπου 19 μήνες ή σε δεκάδες χιλιάδες πλαστικές σακούλες. Παρόμοια εικόνα αναμένεται και για φιλάθλους άλλων ευρωπαϊκών ομάδων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως για τη Νότια Αφρική– το ανθρακικό αποτύπωμα ενός μόνο φιλάθλου μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τις ετήσιες εκπομπές ενός μέσου πολίτη.
Η αεροπορία στο επίκεντρο της κριτικής
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα αεροπορικά ταξίδια αποτελούν τον βασικό παράγοντα περιβαλλοντικής επιβάρυνσης σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, καθώς ευθύνονται για το 80% έως 90% των συνολικών εκπομπών. Η προοπτική μετακίνησης άνω των πέντε εκατομμυρίων φιλάθλων ενισχύει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις της διοργάνωσης στην κλιματική αλλαγή.
Ερευνητές και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της βιωσιμότητας εκτιμούν ότι το συνολικό αποτύπωμα του Μουντιάλ του 2026 μπορεί να φτάσει τα εννέα εκατομμύρια τόνους CO₂, σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο των τελευταίων διοργανώσεων. Ένα τέτοιο επίπεδο εκπομπών αντιστοιχεί στις ετήσιες εκπομπές εκατομμυρίων αυτοκινήτων ή ακόμη και μικρών χωρών.
Οι αντιδράσεις και οι προσπάθειες βιωσιμότητας
Η FIFA αναγνωρίζει ότι η μείωση των εκπομπών αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη διοργάνωση. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της, έχουν ήδη σχεδιαστεί μέτρα για τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως η χρήση υφιστάμενων σταδίων, η προώθηση των δημόσιων συγκοινωνιών, η αξιοποίηση ηλεκτρικών οχημάτων και πρωτοβουλίες αναδάσωσης.
Ωστόσο, αρκετοί επιστήμονες εκφράζουν σκεπτικισμό για το κατά πόσο τέτοιες δράσεις μπορούν να αντισταθμίσουν την τεράστια αύξηση των αεροπορικών μετακινήσεων. Επισημαίνουν μάλιστα ότι η διεύρυνση του τουρνουά υπονομεύει τους διεθνείς στόχους για περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Το μέλλον των μεγάλων διοργανώσεων
Το Μουντιάλ του 2026 αναδεικνύει ένα κρίσιμο δίλημμα για τον παγκόσμιο αθλητισμό: πώς μπορούν να συνδυαστούν η εμπορική ανάπτυξη και η παγκόσμια απήχηση των διοργανώσεων με την ανάγκη για περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη ενόψει των επόμενων διοργανώσεων, οι οποίες θα φιλοξενηθούν σε πολλαπλές χώρες και ηπείρους.
Καθώς η κλιματική κρίση επιδεινώνεται, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα ενδέχεται να αλλάξει ριζικά. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής, είτε ως παράδειγμα υπερβολικής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης είτε ως αφετηρία για ένα πιο βιώσιμο μοντέλο διεθνών διοργανώσεων.









