17 Φεβρουαρίου, 2026
9:18 πμ

Έχει ένα κείμενο στα Ελληνικά της Τετάρτης Δημοτικού για μια οικογένεια ποντικών που ζει στα παρασκήνια ενός θεάτρου, το οποίο κλείνει με το συμπέρασμα ότι στη σκηνή μπορούν να συμβούν όλα τα μαγικά πράγματα του κόσμου. Πόσο μακριά είναι αυτή η πίστη από την πραγματική εμπειρία των παιδιών στην Κύπρο, τα οποία όταν πηγαίνουν στο θέατρο δεν βλέπουν να συμβαίνει τίποτα περισσότερο από μια κραυγαλέα απαξίωση των δυνατοτήτων της ζωής και της τέχνης.

Πολλές φορές έχω ρωτήσει Κύπριους φίλους που διαβάζουν βιβλία, πηγαίνουν στον κινηματογράφο και σε εκθέσεις, γιατί δεν δοκιμάζουν να παρακολουθήσουν και κάποια από τις θεατρικές παραστάσεις για ενηλίκους που τους προτείνω. Η απάντηση σχεδόν πάντα έχει να κάνει με τραυματικές μνήμες παιδικών θεατρικών παραστάσεων στις οποίες είχαν πάει με το σχολείο ή τους γονείς τους. Έχουν ταυτίσει το θέατρο, τουλάχιστον το κυπριακό, με το ψεύδος, τη χαζομάρα και την ανία.  

Αυτό συμβαίνει επειδή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι Κύπριοι άνθρωποι του θεάτρου που κάνουν παιδικό το βλέπουν σαν βιοποριστική αγγαρεία. Η υποτίμηση του παιδικού κοινού ξεκινά από την ελλιπή δραματουργική προετοιμασία, τα χρήματα που ξοδεύονται, τον χρόνο των προβών, και φτάνουν μέχρι τη ρουτινιάρικη σκηνική παρουσία των ηθοποιών στις παραστάσεις.

Φέτος στον ΘΟΚ είχαμε ακόμα και επιστροφή του playback στα τραγούδια, το απόλυτο δείγμα κατάπτωσης (ό,τι δηλαδή είναι ο κανόνας στο Σατιρικό). Θα τολμούσε κανείς άνθρωπος του θεάτρου που σέβεται τον εαυτό να συμμετέχει σε παράσταση για ενήλικες και να ανοιγοκλείνει σαν χάνος το στόμα χωρίς να βγαίνει φωνή; Δεν θα ντρεπόταν να καλέσει τους φίλους και τους ανθρώπους που εκτιμά να δουν ένα τέτοιο θέαμα;   

It doesn’t have to be that way, που τραγουδούσαν τον προηγούμενο αιώνα οι Blow Monkeys. Δεν θα πάω π.χ. στο Unicorn του Λονδίνου ή τη Μικρή Πόρτα των Αθηνών που μέσα στα χρόνια έχουν μαγέψει αμέτρητους μικρούς και μεγάλους θεατές, και τους έχουν κάνει να αγαπήσουν το θέατρο για πάντα. Θα μείνω στη Λευκωσία όπου περίπου πριν μια δεκαετία είχαμε μερικά ελπιδοφόρα σημάδια ότι οι αντιλήψεις για το παιδικό άλλαζαν.

Δεν ήταν οι μοναδικές αξιόλογες παραστάσεις, αλλά για μένα ήταν οι τρεις που είχαν ξεχωρίσει με διαφορά, και τότε πίστευα ότι διαμόρφωναν ένα νέο και υπερβατικό παράδειγμα: Ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου (σκην. Τ. Τζαμαργιά), η Γιορτή στου Αλ-Νουρί (σκην. Β.Κουκαλάνι) στον ΘΟΚ, και η Φρουτοπία (σκην. Ειρ. Ανδρονίκου και Μ. Κακουλλή) έχουν μείνει αξέχαστες, με την καλύτερη δυνατή έννοια, σε όσους τις είχαν παρακολουθήσει.

Είναι λυπηρό ότι σε μια εποχή που περισσότεροι γονείς από ποτέ είναι πρόθυμοι να αφιερώσουν το πρωινό της Κυριακής τους για να μοιραστούν μια ποιοτική αισθητική εμπειρία με τα παιδιά τους, το προσφερόμενο προϊόν τούς κάνει να σιχτιρίζουν, χωρίς να ξέρουν τι και ποιος ακριβώς τους φταίει: Ο εαυτός τους που τον κατηγορούν ότι είναι τόσο εγωιστής που δεν αντέχει για μιάμιση ώρα να «κατέβει στο επίπεδο» των παιδιών του; Τα ίδια τα παιδιά τους που είναι ανικανοποίητα, γκρινιάρικα και μπερδεμένα;

Η κοινή λογική τούς λέει ότι αυτοί που φταίνε είναι οι άμεσα υπεύθυνοι συντελεστές της θεατρικής παραγωγής. Όμως, λόγω στρεβλώσεων της εποχής, οι γονείς έχουν «εκπαιδευτεί» να νιώθουν ενοχικοί και ανεπαρκείς.

Υπό ευρύτερη οπτική, είναι αλήθεια ότι το παιδικό θέατρο στην Κύπρο δεν είναι ένα απομονωμένο νησί, αλλά αντανακλά εμπεδωμένες παθογένειες της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση με τον τρόπο που ανατρέφει τα παιδιά της, ειδικά των μεσαίων τάξεων που αποτελούν και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του κοινού του. Λόγω πολιτικών, οικονομικών, ψυχολογικών και κοσμοθεωρητικών αδυναμιών και φόβων των ενηλίκων, τα παιδιά αντιμετωπίζονται ως απείρως ευάλωτα. Επειδή ο κόσμος των ενηλίκων βιώνεται ως χαοτικός, άδικος, δίχως νόημα, γεμάτος ματαιώσεις και συμβιβασμούς, τα παιδιά, πέρα από υποκείμενα αγάπης, γίνονται και αντικείμενα λατρείας.

Σε ένα παιδαγωγικό καθεστώς τεράστιας επιτρεπτικότητας (καθώς η πειθαρχία, η συνέπεια, οι απαιτήσεις και τα όρια λογίζονται ως βία), τους απαγορεύεται συμβολικά να ενηλικιωθούν γιατί έτσι θα χάσουν υποτίθεται την αθωότητά τους και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τα κρατούν σε ασφαλή απόσταση από την «πραγματική ζωή».

Υπάρχει όμως μια τρύπα στο σενάριο: Τα παιδιά επιθυμούν να μάθουν, να αλλάξουν, να μεγαλώσουν. Και όταν πάνε στο θέατρο, θέλουν οι συντελεστές να σέβονται τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά τους. Ακόμα κι αν δεν μπορούν να το βάλουν συνειδητά σε λόγια, τα παιδιά καταλαβαίνουν πάντα ποιος τα φοβάται και τα κοροϊδεύει. Και δεν τους αρέσει καθόλου, όπως σε κανέναν μας!   

Ελεύθερα, 15.2.2026

Exit mobile version