1 Φεβρουαρίου, 2026
9:12 πμ

Η Κύπρος, ο ελληνισμός, έχει ένα μόνιμο διαχρονικό στήριγμα: Την Ελλάδα. Η στήριξη αυτή υπάρχει στο λαό ενώ σε επίπεδο κυβερνήσεων αυτό αλλάζει αναλόγως της ακολουθούμενης πολιτικής. Επειδή, βεβαίως, οι ελληνικές κυβερνήσεις, κυρίως στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, θεωρούνταν εξαρτώμενες. Την περίοδο της μεταπολίτευσης θα σημειώναμε ως εξαιρέσεις την περίοδο διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου και την περίοδο κατά την οποία υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Νίκος Κοτζιάς ( επί διακυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα).

Ο ρόλος και η εμπλοκή των ελληνικών κυβερνήσεων στο Κυπριακό, από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα, αποτελεί αντικείμενο έρευνας στο νέο βιβλίο του Γιώργου Καμηλάρη «Η ΚΥΠΡΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ: ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ». Πρόκειται για ένα ιστορικό σύγγραμμα καλύπτει μια μακρά περίοδο και τεκμηριωμένα αναδεικνύονται οι πιο σημαντικές εξελίξεις.

Ο συγγραφέας σημειώνει ένα σημαντικό δεδομένο, που έχει επηρεάσει τόσο την αντιμετώπιση του Κυπριακού όσο και την εν γένει διαχείριση του εθνικού θέματος: Από τον Οκτώβριο του 1944 που συγκροτήθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση της χώρας, μέχρι και τον Ιούλιο του 1974 που η Τουρκία κατέλαβε τη μισή Κύπρο, υπηρέτησαν στην Ελλάδα 47 κυβερνήσεις με μέσο όρο θητείας τους έξι μήνες! Έντεκα απ’ αυτές υπηρέτησαν το μέγιστο μέχρι τριάντα μέρες! Και μερικές μόνο για λίγες μέρες που μετρούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού! Από το σύνολο των 47 κυβερνήσεων μόνο εννιά έκλεισαν χρόνο στην εξουσία. Με αυτή την κυβερνητική αστάθεια η Ελλάδα δεν είχε ποτέ επαρκείς δυνατότητες προώθησης εθνικών της θεμάτων, περιλαμβανομένου και του Κυπριακού. Γι’ αυτό και η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων καθ’ όλη την περίοδο του κυπριακού αγώνα, από το Δημοψήφισμα του 1950 και εντεύθεν, ήταν ασθενική και αναποτελεσματική, αλλά και εν πολλοίς καταστροφική.

Όπως συναφώς αναφέρεται, η  περίοδος 1944-1955, μια περίοδος δηλαδή 11 μηνών που ήταν η κρίσιμη περίοδος για το Κυπριακό αφού κατά την περίοδο αυτή διεξήχθη το Δημοψήφισμα του 1950 και άρχισε ο ένοπλος ο αγώνας της ΕΟΚΑ το 1955, η Ελλάδα είχε να επιδείξει 26 κυβερνήσεις! Επτά απ’ αυτές υπηρέτησαν η κάθε μια μάξιμουμ για ένα μήνα και 21 μάξιμουμ για δύο μήνες! Μόνο δύο κυβερνήσεις συμπλήρωσαν χρόνο στην εξουσία.

Ο ένοπλος αγώνας

Το πώς αντιμετωπίσθηκε ο  ένοπλος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας κατά της βρετανικής αποικιοκρατίας, είναι ένα ακόμη ζήτημα με το οποίο ασχολήθηκε ο συγγραφέας. Αναφέρει πως εκφράζεται από μερικούς η θέση ότι ο ένοπλος αγώνας που αναλήφθηκε κατά την περίοδο 1955-59 ήταν λάθος από πλευράς των Κυπρίων. Και την άποψη αυτή ασπάζονταν και οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής, πράγμα που τις οδήγησε να κρατήσουν αποστάσεις από τον αγώνα αυτό. Ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, όμως, δεν ήταν επιλογή των Κυπρίων, αλλά επιβολή επ’ αυτών από τα αδιέξοδα και την άρνηση των Βρετανών να συμμορφωθούν προς τις διακηρύξεις που οι ίδιοι έκαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου με τη Χάρτα του Ατλαντικού για αυτοδιάθεση των λαών και τις αδυναμίες των ελληνικών Κυβερνήσεων να υπερασπίσουν τον αγώνα των Κυπρίων.

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι   συμμετοχή της Ελλάδας στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, που συγκάλεσε τον Αύγουστο του 1955 ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Antony Eden, παρά τις έντονες προειδοποιήσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, προδιέγραψε. σύμφωνα με τον Γιώργο Καμηλάρη,  την καταστροφική πορεία του Κυπριακού που ακολούθησε. Γιατί η Τουρκία γινόταν ξανά, από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923, ενδιαφερόμενο μέρος στη διαχείριση του Κυπριακού.

Θεωρείτο «αγκάθι»

Όπως προκύπτει από την ιστορική έρευνα το Κυπριακό δεν αποτέλεσε ποτέ μείζον εθνικό θέμα στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας για τη δικαίωση του οποίου άξιζε να αγωνιστεί η χώρα. Διαχρονικά, οι ελληνικές Κυβερνήσεις, άλλες πολύ και άλλες λιγότερο, θεωρούσαν το Κυπριακό ως ‘‘αγκάθι’’ στις διεθνείς σχέσεις τους, και ειδικά στις σχέσεις τους με τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. παρά ως εθνική πρόκληση. Οι αδυναμίες της χώρας στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα και η εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ειδικά από τη Βρετανία, την οδήγησαν τελικά σε μια κατάσταση υποτέλειας στο βρετανικό και αμερικανικό οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο. Και η ένταξή της στο ΝΑΤΟ το 1952 δεν της άφηνε πολλά περιθώρια άσκησης ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής, με αποτέλεσμα τη θυσία εθνικών της συμφερόντων περιλαμβανομένου του Κυπριακού.

Τα θλιβερά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η Κύπρος τα τελευταία χρόνια για απελευθέρωση, αλλά και οι κίνδυνοι που διαφαίνονται για την επιβίωση του ελληνισμού της, έγιναν για το συγγραφέα έμμονη ιδέα. Ο φόβος για εκτουρκισμό της Κύπρου και αφανισμό του ελληνισμού της, όπως έγινε με τον ελληνισμό της Μικρασίας και του Πόντου, οδηγεί μερικούς αναλυτές και πολιτικούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, στο εύκολο συμπέρασμα ότι φταίνε οι Κύπριοι και ο Μακάριος για ό,τι προέκυψε, επειδή ήθελαν Ένωση με τη ‘‘μητέρα πατρίδα’’. Και προβάλλουν τη θέση ότι ως υπήκοοι των Βρετανών ζούσαν με ασφάλεια και τάξη και ευημερούσαν. Και δεν είχαν λόγο να βιάζονται για την Ένωση. «Αυτή ήταν και η πάγια θέση του Ελευθέριου Βενιζέλου, που από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι και το θάνατό του το 1936, δεν έπαψε ποτέ να καλεί τους Κυπρίους να καθίσουν ήσυχα και να έχουν καλές σχέσεις με τους Βρετανούς, επικρίνοντας κάθε βίαιη ενέργειά τους που δυνατόν να μετέρχονταν για να πετύχουν το σκοπό τους, να ζήσουν, δηλαδή, ελεύθεροι και να ενωθούν με την Ελλάδα», σημειώνει ο συγγραφέας.

Στήριξη από τον λαό

Ο Γιώργος Καμηλάρης επαναλαμβάνει πως η κριτική που ασκεί στην ελλαδική ηγεσία και στηρίζεται σε τεκμηριωμένες, πρωτογενείς πηγές, δεν αφορά τον ελληνικό λαό, ο οποίος διαχρονικά συμμετείχε έμπρακτα στον αγώνα των Κυπρίων. Και πλήρωσε με το αίμα δεκάδων παιδιών του που έπεσαν ηρωικά στα πεδία των μαχών δίπλα στους Κύπριους αδελφούς τους. Και που πολλοί απ’ αυτούς είναι ακόμα θαμμένοι στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας στη Λευκωσία ή αγνοούνται ακόμα στην κατεχόμενη γη. Κύριο μέλημα του συγγραφέα είναι «η αντικειμενική ιστορική καταγραφή του ρόλου και της εμπλοκής των κυβερνήσεων που κατά καιρούς κυβέρνησαν την Ελλάδα, γιατί εκεί εντοπίζονται οι πάσας μορφής ευθύνες για τη σημερινή τύχη της Κύπρου».

Παράλληλα αναφέρει πως το βιβλίο του δεν αποτελεί κατηγορητήριο προς τις Ελληνικές Κυβερνήσεις για τη στάση και το ρόλο τους στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση, δηλαδή, για το τι έπραξαν ή δεν έπραξαν. Αποτελεί, όμως, «μια ιστορική διαπίστωση ότι αν δεν υπάρξει από πλευράς Ελλάδας έμπρακτη εθνική εμπλοκή στο ζήτημα της Κύπρου, ο ελληνισμός της νήσου που βρίσκεται εκεί ριζωμένος για τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια κινδυνεύει να αφανιστεί. Παραδίδοντας στην Ιστορία ακόμα μια χαμένη πατρίδα, δίπλα στη Σμύρνη, τον Πόντο και τη Βόρεια Ήπειρο».

Ο συγγραφέας αποφαίνεται- μετά και την έρευνα του- ότι ακόμα και σήμερα στα μάτια των Ελληνικών Κυβερνήσεων το Κυπριακό δεν ‘‘παίζει’’ ως μείζον εθνικό θέμα. Όμως, επαναλαμβάνει,  «η μοίρα της Κύπρου συναρτάται άμεσα με τη μοίρα της Ελλάδας, αφού η Τουρκία δρα επεκτατικά σε βάρος της Ελλάδας και των γειτόνων της. Η έκβαση, συνεπώς, του Κυπριακού είναι καθοριστικά συνδεδεμένη με την έκβαση των άλλων μεγάλων εθνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Κατά συνέπεια η σθεναρή αντιμετώπιση του θέματος της Κύπρου από πλευράς Ελλάδας ως μείζονος εθνικού θέματος, εξυπηρετεί το μέλλον ολόκληρου του ελληνισμού».

Τα δέκα κεφάλαια του βιβλίου

Στα δέκα κεφάλαια του βιβλίου καλύπτεται πλήρως το Κυπριακό: Από τη γένεση των Πόθων των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωσή τους με την Ελλάδα, τις ‘‘Χαμένες Ευκαιρίες’’, την Εξέγερση των Οκτωβριανών το 1931, το Ενωτικό Δημοψήφισμα το 1950, την Έναρξη του Ένοπλου Αγώνα της ΕΟΚΑ την 1η Απριλίου 1955, τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, το εγχείρημα για Αναθεώρηση Προβληματικών Προνοιών του Συντάγματος, το Πραξικόπημα και η Εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο αλλά και την Πολιτική Αστάθεια που επικρατούσε σχεδόν μόνιμα στην Ελλάδα με κυβερνήσεις που υπηρετούσαν για λίγες μέρες ή λίγους μήνες έτσι που να μην μπορούν να επιλύσουν οποιοδήποτε εθνικό θέμα περιλαμβανομένου του Κυπριακού.

Exit mobile version