Το Εφετείο απέρριψε έφεση καταδικασθέντος για βιασμό και επικύρωσε την ποινή φυλάκισης εννέα ετών που του είχε επιβληθεί από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, κρίνοντας ότι η ποινή δεν είναι υπερβολική και ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ο καταδικασθείς με την έφεσή του υποστήριξε ότι η ποινή των εννέα ετών φυλάκισης που του επιβλήθηκε ήταν έκδηλα υπερβολική και ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη μετριαστικούς παράγοντες, δίνοντας αντίθετα υπερβολική έμφαση σε επιβαρυντικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφηκαν από το Κακουργιοδικείο, το περιστατικό σημειώθηκε στις 13 Μαΐου 2022. Η παραπονούμενη είχε βγει με φίλους και συναδέλφους της σε υποστατικό στην Ερήμη, όπου κατανάλωσε αλκοόλ και στη συνέχεια μετέβησαν σε νυχτερινό κέντρο στη Λεμεσό όπου συνέχισε να πίνει.
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι, λόγω της μεγάλης ποσότητας αλκοόλ που κατανάλωσε, η γυναίκα βρισκόταν σε κατάσταση έντονης μέθης, δεν μπορούσε να περπατήσει σταθερά ούτε να συνεννοηθεί με τους γύρω της. Λίγο πριν τις 2 τα ξημερώματα έφυγε από το νυχτερινό κέντρο μαζί με τον κατηγορούμενο, ζητώντας του να τη μεταφέρει στο σπίτι της. Ωστόσο, εκείνος την οδήγησε στο δικό του διαμέρισμα.
Στο διαμέρισμα, η παραπονούμενη έχασε τις αισθήσεις της και βρέθηκε στο κρεβάτι του κατηγορουμένου. Ο ίδιος αφαίρεσε τα ρούχα της και στη συνέχεια προχώρησε σε συνουσία μαζί της. Η γυναίκα δεν θυμόταν πώς έφυγε από το νυχτερινό κέντρο ούτε πώς κατέληξε στο διαμέρισμα. Το μόνο που θυμόταν ήταν να ξυπνά κατά τη διάρκεια της πράξης, με τον κατηγορούμενο από πάνω της.
Το Εφετείο σημείωσε ότι, παρότι δεν ασκήθηκε σωματική βία, η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση που δεν της επέτρεπε να αντιληφθεί τι συνέβαινε ή να δώσει συγκατάθεση. Τόνισε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η γυναίκα και παρ’ όλα αυτά προχώρησε στην πράξη, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της να αποφασίσει.
Το επόμενο πρωί η γυναίκα ξύπνησε γυμνή σε άγνωστο διαμέρισμα και ζήτησε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να τη μεταφέρει πίσω. Όταν τελικά μεταφέρθηκε στη δουλειά της, συνάδελφός της που την παρέλαβε κατέθεσε ότι ήταν κατατρομαγμένη και σε κατάσταση σοκ. Στη συνέχεια εξετάστηκε από γιατρό, ενώ σύμφωνα με το δικαστήριο τα γεγονότα είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχολογική της κατάσταση.
Το Εφετείο υπογράμμισε ότι τα σεξουαλικά αδικήματα αποτελούν ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα που προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος και για τα οποία η νομολογία επιβάλλει αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Τόνισε επίσης ότι η αυξημένη συχνότητα τέτοιων αδικημάτων καθιστά αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπιση των δραστών.
Παράλληλα διαπίστωσε ότι το Κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη τα ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου, όπως το λευκό ποινικό μητρώο του, την ηλικία του — περίπου 27 ετών κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος — καθώς και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις.
Το Εφετείο έκρινε ότι δεν εντοπίζεται σφάλμα αρχής στην προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ούτε ότι η ποινή εκφεύγει των ορίων της νομολογίας. Κατά συνέπεια, οι λόγοι έφεσης απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και η έφεση απορρίφθηκε, με την πρωτόδικη απόφαση να επικυρώνεται.


