9 Ιανουαρίου, 2026
9:38 πμ

Το καλλιτεχνικό μέρος της επίσημης Τελετής Έναρξης της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχείρησε κάτι περισσότερο από μια εθιμοτυπική επίδειξη πολιτισμού: μια συμπύκνωση της κυπριακής εμπειρίας, όπως αυτή διαμορφώνεται ανάμεσα στην ιστορία, το παρόν και την προσδοκία του μέλλοντος.

Χωρίς να αποφεύγει τις μεγάλες αφηγήσεις, αλλά και χωρίς να εγκλωβίζεται στο γραφικό ή το καρτποσταλικό, η βραδιά κινήθηκε σε έναν άξονα αναγνωρίσιμο και οικείο για το σημερινό πολιτιστικό τοπίο του νησιού.

Η τελετή, η οποία διεξήχθη στην Κεντρική Σκηνή του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, άνοιξε με την ερμηνεία του Εθνικού Ύμνου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ύμνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη σοπράνο Μαρίζα Αναστασιάδη, δίνοντας εξαρχής τον τόνο της διπλής αναφοράς: εθνική ταυτότητα και ευρωπαϊκή ένταξη.

Μετά τους χαιρετισμούς ακολούθησε ένα ωριαίο καλλιτεχνικό πρόγραμμα δομημένο σε τρεις πράξεις, με σαφή δραματουργική γραμμή, που ξεκινούσε από τις εμπειρίες και τα τραύματα του παρελθόντος, περνούσε από τη σύγχρονη Κύπρο ως ενεργό κράτος-μέλος της ΕΕ και κατέληγε σε ένα βλέμμα προς το μέλλον και την επανένωση.

Κάθε πράξη βασίστηκε δημιουργικά στο έργο ενός Κύπριου καλλιτέχνη ως αφετηρία και σύμβολο. Νέοι και έμπειροι δημιουργοί μεταμορφώθηκαν σε φορείς μνήμης και ελπίδας, συνδέοντας εποχές και γενιές, και δημιούργησαν ένα συναρπαστικό αφήγημα για το νησί και τους κατοίκους του, οι οποίοι συνεχίζουν να πορεύονται με αξιοπρέπεια, παρά τις αντιξοότητες. Με αυτόν τον τρόπο, υπερασπίζονται τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ειρήνης.

Αξιοποιώντας τη γλώσσα της τέχνης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής Κώστας Σιλβέστρος και η ομάδα του συνδύασαν την ιστορία και την παράδοση με σύγχρονα καλλιτεχνικά μέσα, για να αναπαραστήσουν το πνεύμα της Κύπρου.

Στο τμήμα που εστίαζε στο παρόν, με τη χρήση και νέων μέσων βιντεοτέχνης, αναδύονταν σαφείς αλλά λυρικά επεξεργασμένες αναφορές στο τραύμα της εισβολής, με το οποίο η Κύπρος πορεύεται από το 1974 ως ανοιχτή, βιωμένη εμπειρία.

Οι απαγγελίες αποσπασμάτων από την «Κυπριακή Ραψωδία» του Τεύκρου Ανθία και το «Τουρκική Εισβολή ΙΙ» του Κώστα Μόντη λειτούργησαν ως σαφείς ιστορικές αναφορές, χωρίς διδακτισμό, υπενθυμίζοντας ότι η κυπριακή ταυτότητα παραμένει άρρηκτα δεμένη με την εμπειρία της απώλειας και της εκκρεμότητας.

Η μουσική του Άντη Σκορδή, που διέτρεξε ολόκληρη την παράσταση υπό τη δική του διεύθυνση από εξαμελές κλιμάκιο της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου, κινήθηκε σε μια σύγχρονη ηχητική γραφή που αντλούσε ήχους από το βάθος του χρόνου, λειτουργώντας ως διακριτική γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση και υπηρετώντας με συνέπεια το πνεύμα της τελετής, ακόμη κι αν αιφνιδίαζε ένα λιγότερο εξοικειωμένο ακροατήριο. Ήταν βαθιά επεξεργασμένη και απόλυτα εναρμονισμένη με το πνεύμα της τελετής.

Ο Νίκος Κουρούσης στη σκηνή.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η επιλογή να τεθούν οι εικαστικές τέχνες στο επίκεντρο της σκηνικής δράσης. Ο Νίκος Κουρούσης επί σκηνής, φροντίζοντας και στριφογυρνώντας ένα γλυπτό σε πραγματικό χρόνο, έδωσε υλική υπόσταση στην έννοια της δημιουργίας ως διαδικασίας, ενώ η παρουσία των Twenty Three, Νουρτάνε Καραγκίλ και, στο φινάλε, του Χαμπή Τσαγκάρη, λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στη σύγχρονη εικαστική γλώσσα και τη λαϊκή παράδοση. Ιδιαίτερα εύστοχη η στιγμή όπου το πιθκιαύλι της Έλλης Μιχαήλ «ζωντάνεψε» το stencil του Twenty Three, σε έναν σιωπηλό διάλογο εικόνας και ήχου.

Από τις πιο δυνατές σκηνές της βραδιάς ήταν η εμφάνιση του αθλητή Μάριου Γεωργίου και της εκπαιδευτικού και αγωνίστριας Ελένης Φωκά, που μετέφεραν το καλλιτεχνικό αφήγημα πέρα από τις παραστατικές τέχνες, στο σώμα, την αντοχή και τη μνήμη. Η παρουσία της Ελένης Φωκά λειτούργησε ως ζωντανό σύμβολο της υπόθεσης των εγκλωβισμένων, μέσω μιας γυναίκας που μετέτρεψε την παιδεία και την καθημερινή αντίσταση σε πράξη ιστορικής μνήμης.

Η απαγγελία ολόκληρου του ποιήματος «Ε, άδρωπε» του λαϊκού ποιητή Κυριάκου Καρνέρα από τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη αποτέλεσε μια από τις στιγμές κορύφωσης, φέρνοντας στη σκηνή τη λαϊκή ποίηση χωρίς εξωραϊσμό, με συγκίνηση που δεν χρειάστηκε σκηνικά τεχνάσματα.

Στο μουσικό μέρος, οι συνθέσεις του Άντη Σκορδή πλαισιώθηκαν από τη χορωδία Amalgamation, το συγκρότημα Monsieur Doumani, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο που κινήθηκε ανάμεσα στο λόγιο και το σύγχρονο, χωρίς να χάνει τη γείωσή του.

Η χορογραφία και κίνηση του Παναγιώτη Τοφή, σε συνδυασμό με τα σκηνικά και τα κοστούμια της Κωνσταντίνας Ανδρέου, απέφυγαν τη μνημειακότητα, επιλέγοντας μια λιτή, λειτουργική σκηνική γραφή. Το παραστατικό μέρος, στηρίχτηκε σε προσεκτικά επιλεγμένους χορευτές, οι οποίοι, μέσα από σύντομα σκηνικά επεισόδια, έδιναν τον παλμό και τη μετάβαση σε κάθε φάση του δρώμενου.

Κεντρική φιγούρα της παράστασης αναδείχθηκε η 12χρονη Ιόλη Αντωνιάδου, που με φυσικότητα και ωριμότητα κινήθηκε και τραγούδησε στη σκηνή, ενσαρκώνοντας με τρόπο άμεσο το «βλέμμα προς το μέλλον» της δραματουργίας.

Συνολικά, το καλλιτεχνικό μέρος της Τελετής δεν επιχείρησε να δώσει μια «οριστική» εικόνα της Κύπρου, αλλά μια σύνθετη, πολυφωνική αποτύπωση του πολιτιστικού της παρόντος, με σαφείς ρίζες στην ιστορία και ανοιχτό ορίζοντα προς το μέλλον. Μια επιλογή που, σε ένα τόσο θεσμικό πλαίσιο, λειτούργησε περισσότερο ως δήλωση στάσης παρά ως απλή επίδειξη.

Κατά τη διάρκεια της τελετής, η τέχνη σε όλες τις μορφές της –μουσική, χορός και ποίηση– αναδείχθηκε ως δύναμη ενότητας και σύμβολο ελπίδας, αντανακλώντας τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος προσβλέπει στην ΕΕ ως δύναμη ενότητας στις προσπάθειές της για επανένωση.

Την τελετή τίμησε με την παρουσία του διακεκριμένο κοινό από την Κύπρο και το εξωτερικό, μεταξύ των οποίων ξένοι ηγέτες, επικεφαλής ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και περιφερειακών οργανισμών, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, καθώς και εξέχουσες προσωπικότητες από τον πολιτικό, επιχειρηματικό και κοινωνικό βίο της χώρας.

Exit mobile version