Με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 και την υιοθέτηση του ευρώ το 2008, υπήρξαν μεγάλες προσδοκίες. Ταυτόχρονα, πολλές αρμοδιότητες του κράτους μεταφέρθηκαν σε ευρωπαϊκά όργανα. Επικράτησε εφησυχασμός και υπερεκτίμηση των ωφελημάτων της ένταξης και της υιοθέτησης του ευρώ. Ταυτόχρονα υποτιμήθηκε ο ρόλος του κράτους στον καθορισμό της οικονομικής πολιτικής.
Εικοσι-δύο χρόνια μετά την ένταξη, η Κύπρος δεν έχει αποκομίσει τα αναμενόμενα οφέλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, παρά την αύξηση του ΑΕΠ, η μέση αγοραστική δύναμη των μισθών παρέμεινε σχεδόν στάσιμη από το 2008 έως το 2023. Παράλληλα, η ανισότητα διευρύνθηκε και η μεσαία τάξη συρρικνώθηκε, ενώ αυξήθηκαν τα ποσοστά φτώχειας. Ο πρωτογενής τομέας σήμερα είναι 1,3%, ο δευτερογενής 11,8%, και ο τριτογενής 86,9% του ΑΕΠ.
Το Νεοφιλελεύθερο Μοντέλο κυριάρχησε στην ΕΕ τις τελευταίες δεκαετίες. Η ανάγκη για ένα νέο υπόδειγμα, που θα ενσωματώνει κοινωνικούς στόχους, επείγει. Η ιδιωτική πρωτοβουλία σε τομείς όπως η υγεία και η εκπαίδευση είναι θεμιτή, αλλά πρέπει να υφίστανται ρυθμιστικά πλαίσια για να διασφαλίζεται η ποιότητα των υπηρεσιών. Η παραγνώριση του στρατηγικού, κοινωνικού και επιδιαιτητικού ρόλου του κράτους επιφέρει σοβαρά προβλήματα. Πέραν τούτου, η επικέντρωση στα δημοσιονομικά πλεονάσματα αντικατοπτρίζει την επιρροή του Νεοφιλελεύθερου Μοντέλου και των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, χωρίς να καλύπτει το εύρος της δημοσιονομικής πολιτικής. Η οικονομική κρίση στην Κύπρο ήταν αποτέλεσμα ενδογενών και εξωγενών παραγόντων.
Το κράτος και τα νοικοκυριά ξόδευαν πέραν των δυνατοτήτων τους, ενώ δεν κατανοήθηκε επαρκώς ότι η ένταξη στην Ευρωζώνη σήμαινε αλλαγή των «κανόνων του παιχνιδιού». Ο τραπεζικός τομέας φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη, αλλά και το πολιτικό σύστημα απέτυχε να κατανοήσει τα τεκταινόμενα. Επίσης, το Μνημόνιο που δόθηκε από την Τρόικα στην Κύπρο ήταν τιμωρητικό και μη ορθολογιστικό.
Παράλληλα, καταγράφονται αυξανόμενες ανησυχίες για ζητήματα διαφθοράς, νεποτισμού και κατάχρηση εξουσίας. Υφίσταται η ανάγκη για ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας καθώς η εμπιστοσύνη των πολιτών στους Θεσμούς έχει μειωθεί.
Δεν αξιολογούνται σωστά οι προκλήσεις σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό οικονομικό περιβάλλον. Πολλοί τομείς εξαγοράζονται από ξένα κεφάλαια. Οι τράπεζες ανήκουν σε μεγάλο βαθμό σε ξένα συμφέροντα, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών τους έχει μειωθεί και το κόστος τους έχει αυξηθεί. Επιπρόσθετα, σημαντικοί τομείς της οικονομίας, όπως νοσοκομεία, πανεπιστήμια και ακίνητα, εξαγοράζονται από ξένους. Το κράτος απέτυχε να εξασκήσει αποτελεσματικά τον στρατηγικό του ρόλο. Η διάκριση μεταξύ των εργαζομένων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα είναι εμφανής. Οι δημόσιοι υπάλληλοι απολαμβάνουν συγκριτικά υψηλότερες απολαβές, σταθερές συμβάσεις και πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Στον ιδιωτικό τομέα επικρατεί μισθολογική συμπίεση, αβεβαιότητα, μερική απασχόληση και ανεπαρκής συνδικαλιστική κάλυψη. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του ΔΝΤ, οι μισθοί στον δημόσιο τομέα είναι κατά μέσο όρο 27% υψηλότεροι από αυτούς του ιδιωτικού τομέα. Είναι επιτακτική η ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση στην αγορά εργασίας.
Ένα ουσιαστικό βήμα είναι η ριζική επαναξιολόγηση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Πρέπει να καθοριστούν ανώτατα και κατώτατα όρια και το ύψος κάθε σύνταξης να συνδέεται με τις εισφορές του εργαζομένου. Στα πλαίσια αυτά είναι λογικό να υφίστανται και συμψηφίσεις συντάξεων. Είναι προφανές ότι η πολιτική επηρεάζει την καθημερινότητα των πολιτών. Η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, για παράδειγμα, συνοδεύτηκε από αύξηση του κόστους λειτουργίας. Επιπλέον, προτάσεις όπως η αύξηση τελών ή/και φόρων, δημιουργούν εύλογους προβληματισμούς. Η φορολογική μεταρρύθμιση ωφελεί κυρίως τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η Κύπρος χρειάζεται νέο οικονομικό υπόδειγμα και κοινωνικό συμβόλαιο, που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες προκλήσεις. Ισοζυγισμένη ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή, μείωση ανισοτήτων, αξιοκρατία και καταπολέμηση της διαφθοράς είναι βασικοί στόχοι. Το νέο υπόδειγμα πρέπει να προωθεί τη διαφοροποίηση των δομών της οικονομίας, την ενίσχυση της παραγωγικότητας σε όλους τους τομείς, την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της χώρας, την κοινωνική δικαιοσύνη και την πράσινη ανάπτυξη με στοχευμένα χρονοδιαγράμματα. Η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου και η πολιτική της σταθερότητα μπορούν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία υποδομών αντιμετώπισης ανθρωπιστικών κρίσεων. Αυτό θα αποφέρει οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Η ανάπτυξη ενός σύγχρονου ιατρικού κέντρου θα μπορούσε να προσελκύσει ασθενείς από το εξωτερικό.
Παράλληλα, η μετατροπή της Κύπρου σε διεθνούς φήμης ακαδημαϊκό κέντρο θα έχει πολλαπλά οφέλη. Η ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα είναι απαραίτητη για να διευρυνθεί η οικονομική βάση και να μειωθεί η εξάρτηση από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες. Η στήριξη της τοπικής παραγωγής και των μικρών βιοτεχνιών μπορεί να δημιουργήσει πολλές θέσεις εργασίας. Τέλος, η πρωτοβουλία για «brain gain», δηλαδή ο επαναπατρισμός ανθρώπινου κεφαλαίου, είναι σημαντική. Απαιτείται όμως η ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της θεσμικής στήριξης. Χωρίς την παροχή επαρκών πόρων και σύνδεση με τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, οι νέοι δεν θα έχουν επαρκή επαγγελματικά κίνητρα να επιστρέψουν στην Κύπρο και η κατάσταση στη χώρα θα επιδεινώνεται σταδιακά. Για τέτοιες δράσεις είναι απαραίτητη η ουσιαστική αναβάθμιση της πολιτικής ζωής της χώρας.
* Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.


