Πότε στήνουν μπλόκα οι αστυνομικοί με σκοπό να διενεργήσουν αλκοτέστ και να μοιράσουν στους οδηγούς εξώδικα και βαθμούς ποινής και πόσο πάνω από το όριο μπορεί να φτάσει η ένδειξη στη συσκευή ελέγχου για να μην καταγγελθεί ο ελεγχόμενος όταν φυσήξει;
Τι ισχύει για το τελευταίο ποτό και για το τελευταίο τσιγάρο για όσους καπνίζουν; Ειδικά για τις δύο αυτές πτυχές, οι οδηγοί πρέπει να γνωρίζουν πως πριν την τη λήψη του δείγματος, πρέπει να έχουν περάσουν 15 λεπτά από το τελευταίο ποτό και 3 λεπτά από το κάπνισμα του τελευταίου τσιγάρου.
Επίσημη απάντηση στα πιο πάνω καθώς και σε άλλα ερωτήματα δίνεται από τον αρμόδιο υπουργό Δικαιοσύνης και μάλιστα, όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο αλλά στη βάση συγκεκριμένης αστυνομικής διάταξης. Αυτή είναι πολύ βοηθητική όχι μόνο για τα όργανα της τάξεως αλλά και για τους πολίτες, όταν βγαίνουν για «ένα ποτό» και γενικά για διασκέδαση, ώστε να γνωρίζουν τα όρια τους όταν χρησιμοποιούν το οδικό δίκτυο. Το θέμα αποκτά ενδιαφέρον ειδικά τώρα με τις συνάξεις και τις εξόδους λόγω του Πάσχα, οπόταν ο καθένας μπορεί να κανονίσει την πορεία του.
Οι απαντήσεις δόθηκαν στο πλαίσιο ερωτήσεων τις οποίες υπέβαλε ο βουλευτής Αμμοχώστου του ΔΗΣΥ κ. Νίκος Γεωργίου και μία από τις βασικές λεπτομέρειες, την οποία πολλοί δεν γνωρίζουν, αφορά το γεγονός πως όταν η ένδειξη αλκοόλης υπερβαίνει το καθορισμένο όριο κατά 1-2 pg δεν γίνεται καταγγελία. Με άλλα λόγια, με δεδομένο ότι για τους πλείστους οδηγούς το όριο είναι καθορισμένο στα 22 pg, αν στην ένδειξη μετά το φύσημα, δείξει 23 ή 24, ο οδηγός δεν καταγγέλλεται. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται στον οδηγό να οδηγήσει, εκτός εάν στην συνέχεια (όταν σε μερικά λεπτά κληθεί να φυσήξει ξανά) η ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή του είναι κάτω από το καθορισμένο όριο.
Πιο αναλυτικά στην αστυνομική διάταξη, η οποία πρέπει να αποτελεί το ευαγγέλιο των οργάνων της τάξεως που λαμβάνουν μέρος στα μπλόκα, καταγράφονται τα ακόλουθα:
– Σε περίπτωση που η ποσότητα αλκοόλης υπερβαίνει το καθορισμένο όριο κατά ένα ή δύο (1-2) pg, να μην γίνεται καταγγελία. Ωστόσο, να μην επιτρέπεται στον οδηγό να οδηγήσει, εκτός εάν στην συνέχεια η ποσότητα αλκοόλης στην εκπνοή του είναι κάτω από το καθαρισμένο όριο.
-Ο αστυνομικός να έχει υπόψη του ότι ενδείκνυται, πριν την παροχή του δείγματος, να έχουν περάσει 15 λεπτά από το τελευταίο ποτό και 3 λεπτά από το κάπνισμα του τελευταίου τσιγάρου.
Στο ερώτημα «πότε διενεργούνται έλεγχοι αλκοτέστ», στην αστυνομική διάταξη καταγράφεται ότι:
-Τόσο ο Αστυνομικός Διευθυντής Τμήματος Τροχαίας Αρχηγείου όσο και οι Αστυνομικοί Διευθυντές Επαρχιών, να διοργανώνουν συστηματικούς ελέγχους στους οδηγούς που διακινούνται κυρίως κατά τις νυκτερινές και ειδικά τις μεταμεσονύκτιες ώρες.
-Ιδιαίτερη έμφαση να δίδεται τις νύκτες της Παρασκευής και του Σαββάτου και την προτεραία εορτών κατά τις οποίες παρατηρείται αύξηση στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών.
-Κατά τη διάρκεια της ημέρας συστήνεται όπως ελέγχονται οδηγοί οι οποίοι επιστρέφουν από εκδρομικούς χώρους, ιδιαίτερα τις Κυριακές και άλλες εορτές.
-Έλεγχος διενεργείται κυρίως σε οδηγούς, που από τη συμπεριφορά τους ή την εκπνοή τους δημιουργείται εύλογη υποψία ότι τελούν υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να γίνουν είτε κατά το συνήθη έλεγχο τροχαίας είτε από τον τρόπο οδήγησης στο δρόμο.
-Έλεγχος αλκοόλης διενεργείται απαραίτητα σε όλους τους οδηγούς που εμπλέκονται σε οδικά τροχαία δυστυχήματα, όλων των κατηγοριών.
-Επιβάλλεται όπως οι αστυνομικοί είναι διακριτικοί, ευγενείς και επιδεικνύουν κατανόηση και σεβασμό όταν ζητούν από οδηγούς δείγμα εκπνοής.
-Σε καμία περίπτωση νομιμοποιείται η σύλληψη οποιοσδήποτε οδηγού μετά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, εκτός εάν ο οδηγός χωρίς εύλογη αιτία αρνείται ή αποφεύγει να μεταβεί στο χώρο όπου υπάρχει αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός.
Με βάση τη διάταξη, όταν κατά την προκαταρκτική εξέταση η ένδειξη της συσκευής είναι πάνω από το καθορισμένο όριο, σε καμία περίπτωση επιτρέπεται στον οδηγό να συνεχίσει την οδήγηση.
Εάν δεν υπάρχει στο σημείο όπου ανακόπηκε ο οδηγός διαθέσιμη συσκευή τελικής εξέτασης, τότε ο οδηγός να μεταφέρεται στον πλησιέστερο χώρο όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός, για διενέργεια τελικής εξέτασης και το όχημα του να οδηγείται στο χώρο αυτό.
Ο οδηγός καλείται να δώσει δύο δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση, νοούμενου ότι:
-Του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο
-Έχουν περάσει τουλάχιστον 10 λεπτά από την προκαταρκτική εξέταση
-Έχουν περάσει 3 λεπτά από το κάπνισμα του τελευταίου τσιγάρου
-Έχουν περάσει 15 λεπτά από εμετό. Διαφορετικά πρέπει να ξεπλύνει το στόμα του για να το καθαρίσει από οποιαδήποτε υπολείμματα αλκοόλης.
Η αστυνομική διάταξη είναι αρκετά αναλυτική και καλύπτει ακόμη και το ενδεχόμενο να είναι τραυματίας ο οδηγός και να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ληφθεί δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική και τελική εξέταση μόνο κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Θεράποντος γιατρού. Σε αυτή την περίπτωση ο εξοπλισμός για την προκαταρκτική και την τελική εξέταση να μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Αν ο οδηγός αρνείται ή αποφεύγει να παράσχει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής, δεν συλλαμβάνεται.
Προνοείται επίσης, πως δείγμα αίματος παραχωρείται μόνο με τη συγκατάθεση του προσώπου από το οποίο ζητείται. Σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό αρνείται ή δεν είναι σε θέση, λόγω της κατάστασης της υγείας του να συγκατατεθεί στην παραχώρηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εργαστηριακή ανάλυση δείγμα αίματός που λήφθηκε για τις ανάγκες της ιατρικής του παρακολούθησης. Αυτό πρέπει να πιστοποιείται από το γιατρό που έχει το πρόσωπο κάτω από την άμεση παρακολούθησή του.
Με βάση την ίδια αστυνομική διάταξη, το αποτέλεσμα πρέπει να εκτυπώνεται σε τρία αντίγραφα τα οποία να υπογράφει ό εξουσιοδοτημένος χειριστής. Το πρώτο αντίγραφο να παραχωρείται στον οδηγό και το δεύτερο αρχειοθετείται σε ειδικό μητρώο ενώ το τρίτο τοποθετείται στο φάκελο της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις έκδοσης εξωδίκου, το τρίτο αντίγραφο να παραμένει στην κατοχή / φύλαξη του μέλους (της Αστυνομίας) που διενήργησε την τελική εξέταση, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς δικαστικής διαδικασίας, σε περίπτωση που το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρωθεί.









