8 Μαρτίου, 2026
1:34 μμ

Η πρόσφατη πολεμική κλιμάκωση του Ισραήλ και των ΗΠΑ ενάντια στο Ιράν, έχει προκαλέσει ένα γεωπολιτικό ωστικό κύμα που φαίνεται να κορυφώνει τη διαδικασία επανασχεδιασμού του χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η δραματική και βαθιά αλλαγή σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή είναι το μόνο γνωστό στοιχείο. Άγνωστα ωστόσο παραμένουν η κατεύθυνση, αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής. Σε αυτή ακριβώς τη δίνη του χάους και της αβεβαιότητας, οι βασικοί άξονες που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον στη γεωγραφία της Ανατολικής Μεσογείου είναι οι εξής: η προσπάθεια επιβίωσης του ίδιου του ιρανικού κράτους και του σημερινού του καθεστώτος, η «ακροβασία» της Τουρκίας σε ένα τεντωμένο σχοινί υπαρξιακών κινδύνων, αλλά και η επικίνδυνη διάχυση της κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Κύπρο να βρίσκεται στο επίκεντρο.

Το δίλημμα της Άγκυρας: Ανάμεσα στην αποδυνάμωση και το χάος

Από την πρώτη στιγμή της πολεμικής κλιμάκωσης, πολύ πριν την τυπική έναρξη των αεροπορικών επιθέσεων ενάντια στο Ιράν η βασική προσέγγιση της Τουρκίας ήταν ξεκάθαρη: αντίθεση στον πόλεμο και συνεχή καλέσματα για επιστροφή στις διαπραγματεύσεις, με την ίδια να επιδιώκει έναν αναβαθμισμένο ρόλο διαμεσολαβητή. Η Άγκυρα δεν επιθυμεί να βρεθεί στο στόχαστρο αυτής της νέας πολεμικής σύγκρουσης. Μέχρι και τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η Τουρκία ήταν η μοναδική χώρα στην περιοχή που δεν άνοιξε τον εναέριο χώρο της για τις επιθέσεις εναντίον του Ιράν. Ο Ερντογάν και γενικά η πολιτική ηγεσία της χώρας εξέφρασε διπλωματικά τη λύπη της για την απώλεια της ιρανικής ηγεσίας, προσπαθώντας να κρατήσει ανοιχτούς διαύλους με το «επόμενο» Ιράν. Ταυτόχρονα, φρόντισε να επικρίνει τις ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις σε γειτονικές χώρες, επιδιώκοντας έτσι να διατηρήσει τη βάση μιας ιδιαίτερα λεπτής στρατηγικής ισορροπίας. Όλα αυτά τα στοιχεία προς το παρόν δεν αποτελούν κάτι νέο. Αντίθετα, η προσπάθεια της εξουσίας Ερντογάν να κινηθεί μέσα από λεπτές ισορροπίες είναι προσφιλής μέθοδος τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η Τουρκία μοιραζόταν έναν κοινό στρατηγικό στόχο με τις ΗΠΑ: ναι στην αποδυνάμωση του Ιράν, αλλά όχι στην ολοκληρωτική του κατάρρευση. Η τουρκική διπλωματία επιθυμούσε πολιτική αλλαγή και ένα «ελεγχόμενο» Ιράν. Άλλωστε, η σταδιακή υποχώρηση της επιρροής της Τεχεράνης μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 αποτελούσε το ιδανικό σενάριο για την Τουρκία. Τα τελευταία χρόνια, η Άγκυρα κέρδιζε σταθερά έδαφος στη Συρία, τον Καύκασο, το Ιράκ και στο κουρδικό ζήτημα, εκμεταλλευόμενη τις απώλειες της Τεχεράνης. Η στρατηγική αυτή ωστόσο, απαιτεί έναν συγκεκριμένο τύπο αντιπάλου, ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων στο εσωτερικό του κράτους-αντιπάλου που στη σημερινή περίπτωση είναι το Ιράν. Τα βασικά χαρακτηριστικά επικεντρώνονται σε έναν αρκετά αδύναμο αντίπαλο σε βαθμό που να χάνει τις μάχες δια αντιπροσώπων (proxies), αλλά αρκετά συνεκτικό στο εσωτερικό του ώστε να διατηρεί την ασφάλεια των συνόρων του. Σήμερα, με την απειλή του πλήρους κατακερματισμού του Ιράν να είναι ορατή, η Τουρκία υπολογίζει ότι μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με το απόλυτο «άγνωστο», με το ολοκληρωτικό χάος.

Οι βασικοί κίνδυνοι

Ποιες είναι λοιπόν οι βασικές πηγές κινδύνων που απασχολούν την Τουρκία;

1.Μια πιθανή κατάρρευση του ιρανικού κράτους αναπαράγει κάποιους από τους λεγόμενους υπαρξιακούς κινδύνους για την Τουρκία, τους οποίους στο παρόν στάδιο αδυνατεί να αντισταθμίσει πλήρως. Ο πρώτος κίνδυνος βρίσκεται στα θέματα της ενέργειας. Το Ιράν προμηθεύει το 15-16% του φυσικού αερίου της Τουρκίας, με τη σχετική σύμβαση να λήγει στα μέσα του 2026. Οποιαδήποτε διαταραχή απαιτεί ενεργοποίηση ακριβών συμβάσεων έκτακτης ανάγκης (LNG) από την BOTAŞ. Σε μια τουρκική οικονομία που μαστίζεται από πληθωρισμό περίπου στο 45%, η μετάβαση αυτή θα κοστίσει δισεκατομμύρια. Όπως επίσης προειδοποιούν αναλυτές της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, κάθε 10% αύξηση στην τιμή του πετρελαίου προσθέτει 1% στον πληθωρισμό και επιβαρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 2,6 δισ. δολάρια.

2.Ο δεύτερος κίνδυνος που απασχολεί την Άγκυρα περιστρέφεται και πάλι στα ζητήματα των ροών εκτοπισμένων πληθυσμών. Μέχρι και σήμερα, η Τουρκία φιλοξενεί πάνω από τρία εκατομμύρια Σύρους πρόσφυγες. Η κοινωνική ανοχή έχει εξαντληθεί. Ένα νέο κύμα εκατομμυρίων Ιρανών προσφύγων δεν θα αποτελέσει απειλή προς τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά πολύ πιο ολοκληρωμένα μπορεί να δημιουργήσει ρήγματα στην κυβερνητική συμμαχία εξαιτίας των πιέσεων της εκλογικής βάσης που φτωχοποιείται. Δεν είναι τυχαίο ότι τα – μέχρι πρότινος θεωρητικά – σχέδια του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας για δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» (buffer zone) εντός ιρανικού εδάφους μετατρέπονται σταδιακά σε ενεργό επιχειρησιακό σχεδιασμό.

3.Ο τρίτος είναι ο κίνδυνος με χαρακτηριστικά «άγνωστου Χ». Πρόκειται για τα εκατομμύρια των Αζέρων που είναι συγκεντρωμένα κυρίως στο βορειοδυτικό Ιράν. Σε περίπτωση ενός ολοκληρωτικού χάους, ενδέχεται να κινηθούν μαζικά προς τα τουρκικά σύνορα. Οι βασικές ιδεολογικές συνιστώσες του σημερινού συνασπισμού εξουσίας στην Τουρκία δεν αποκλείεται να απαιτήσουν την  υποδοχή των «εθνοτικών αδελφών», ασκώντας όμως τρομακτική πίεση σε μια κοινωνία περικυκλωμένη από την κόπωση της μακροχρόνιας φτωχοποίησης και της αμφισβήτησης του βιοτικού επιπέδου.

Η «κουρδική σταθερά» ως η απόλυτη προσοχή της Άγκυρας

Πέραν όμως από τους τρεις προαναφερθέντες κινδύνους και ερωτηματικά της Άγκυρας, η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έχει «σταθεροποιήσει» τη σημασία της στρατηγικής παραμέτρου που για την Τουρκία ονομάζεται Κουρδικό πρόβλημα. Ενέργεια, οικονομική αποσταθεροποίηση, προσφυγικό, είναι στοιχεία σαφέστατα σημαντικά, ωστόσο τουλάχιστον σε άμεσο χρόνο υποτάσσονται σε ένα και μόνο ερώτημα: «Οι εξελίξεις στο Ιράν ενισχύουν ή αποδυναμώνουν την πολιτική αλλά και την ένοπλη ικανότητα των Κούρδων περιφερειακά;»

Η συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου από πέντε κουρδικά κόμματα του Ιράν (PDKI, PJAK, PAK, Komala και Khabat) έχει φέρει στην επιφάνεια τα βαθιά ιστορικά ρήγματα που διαπερνούν την ιρανική αντιπολίτευση, σε μια περίοδο εξαιρετικής αστάθειας για το καθεστώς της Τεχεράνης. Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία στοχεύει στον συντονισμό της δράσης κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας και στην προώθηση της κουρδικής αυτοδιάθεσης μέσα από ένα ομοσπονδιακό μοντέλο, προσκρούει στις σφοδρές αντιδράσεις της πιο παραδοσιακής ιρανικής αντιπολίτευσης. Πυρήνες γύρω από τον Ρεζά Παχλαβί αντιμετωπίζουν την κουρδική συσπείρωση ως ευθεία αποσχιστική απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Η σύγκρουση αυτή υπονομεύει την προοπτική ενός αρραγούς μετώπου εσωτερικά, καθώς η αμοιβαία καχυποψία οδηγεί σε ανταλλαγή κατηγοριών για αυταρχικές τάσεις από τη μία πλευρά, και για υπονόμευση της εθνικής ενότητας από την άλλη.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η δυναμική αυτής της νέας κουρδικής συμμαχίας περιπλέκει περαιτέρω τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες, προκαλώντας αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης στους γειτονικούς δρώντες. Είναι ενδεικτικό ότι η επίσημη ηγεσία του Ιρακινού Κουρδιστάν έσπευσε άμεσα να κρατήσει αποστάσεις ασφαλείας από αυτές τις ομάδες και κόμματα, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει τη χρήση του εδάφους της ως ορμητήριο για αποσταθεροποιητικές ενέργειες. Η στάση αυτή καταδεικνύει τον γενικευμένο φόβο διάχυσης της ιρανικής κρίσης.

Όμως ειδικά για την Άγκυρα, το PJAK (η ιρανική πτέρυγα του PKK) δεν είναι μια αμελητέα δύναμη. Ευθύνεται για το 70% των κουρδικών επιθέσεων και το 80% των απωλειών του κλιμακίων των «Φρουρών της Επανάστασης» στο Ιράν τα τελευταία χρόνια. Εδώ υπεισέρχεται μια κρίσιμη διαφοροποίηση: Ενώ το PKK ανακοίνωσε τη διάλυσή του και τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα τον Μάιο του 2025, το PJAK δεν έχει ακολουθήσει. Εάν η Τουρκία επιχειρήσει να επιλύσει το πρόβλημα στρατιωτικά (εισβάλλοντας στο βορειοδυτικό Ιράν με το πρότυπο της Συρίας) ρισκάρει μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Το Ιράν δεν είναι Συρία και στο παρόν στάδιο παραμένει άγνωστο εάν οι τοπικές μονάδες των «Φρουρών της Επανάστασης» όντως διατηρούν ικανότητα αντιποίνων όπως την περίοδο προ των επιθέσεων ΗΠΑ και Ισραήλ.

To δόγμα «ισχυρό κράτος» «ισχυρός ηγέτης»

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η νέα πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εργαλειοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς. Από τη μια πλευρά οι κύκλοι εξουσίας επιδιώκουν να απευθυνθούν στα πιο εθνικιστικά αντανακλαστικά της κοινωνίας υπενθυμίζοντας τη σημασίας μιας ισχυρής κυβέρνησης σε συνθήκες αποσταθεροποίησης και χάους. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι κύκλοι ενεργοποιούν αρνητικά και αντιδραστικά αντανακλαστικά της κοινωνίας, αναπαράγοντας τις απειλητικές για την Τουρκία εντεινόμενες πολεμικές ιαχές από το πολιτικό σύστημα του Ισραήλ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στο πρώτο επίπεδο έχει επιστρέψει δριμύτερο το ιδεολόγημα «Ισχυρός Ηγέτης – Ισχυρό Κράτος». Το αφήγημα που καλλιεργείται από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ στην Τουρκία είναι πως σε μια φλεγόμενη Μέση Ανατολή, γεμάτη διαιρετικές και εμφυλιακές τάσεις, η Τουρκία είναι η μόνη νησίδα σταθερότητας χάρη στον Ερντογάν. Γεγονός που, όπως τονίζουν, επιβεβαιώνεται και από την διπλωματική κινητικότητα που προκλήθηκε διεθνώς με επίκεντρο τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας τις προηγούμενες μέρες.

Στο δεύτερο όμως επίπεδο, η πολωτική κατάσταση είναι ακόμα πιο έντονη. Γίνεται ειδική επίκληση και εκμετάλλευση πρόσφατων δηλώσεων του ακραίου Ισραηλινού πολιτικός και πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος υπογράμμισε: «η Τουρκία είναι το νέο Ιράν. Ο Ερντογάν είναι εξελιγμένος, επικίνδυνος και επιδιώκει να περικυκλώσει το Ισραήλ». Μέσα από το πλαίσιο αυτών των προσεγγίσεων η φράση «Μετά το Ιράν, έρχεται η σειρά της Τουρκίας» ακούγεται όλο και πιο συχνά από παράγοντες των ΜΜΕ. Στόχος εδώ δεν είναι μόνο η συσπείρωση σε εθνικιστική βάση, αλλά πολύ περισσότερο η φίμωση της αντιπολίτευσης. Όπως εύστοχα επισημαίνεται σε μια ιδιαίτερα πλούσια αρθρογραφία στον τουρκικό Τύπο, το μήνυμα της εξουσίας είναι σαφές: «Τώρα δεν είναι η ώρα για αντιπολίτευση». Με αυτό τον τρόπο προωθείται η ατζέντα του αυταρχισμού και του περιορισμού των δημοκρατικών διαδικασιών, χωρίς ιδιαίτερα εμπόδια εξαιτίας ακριβώς της «έκτακτης ανάγκης».

Τα τουρκικά ΜΜΕ παρουσιάζουν την Κύπρο ως «αυλής» του Ισράηλ

Οι κραδασμοί του πολέμου όμως δεν σταματούν στην Τεχεράνη και τα περίχωρά της. Έφτασαν μέχρι και τα νερά της Ανατολικής Μεσογείου, μιας περιοχής που ούτως ή άλλως χαρακτηριζόταν τα τελευταία χρόνια από τη δίνη των πολύπλοκων ανταγωνισμών. Η Ανατολική Μεσόγειος στρατιωτικοποιείται με γοργούς ρυθμούς, ενώ ένα μεγάλο μέρος αυτής της διαδικασίας είναι η Κύπρος.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια από τις πιο επικίνδυνες παρενέργειες είναι η τεχνητή κατασκευή της «ισραηλινής απειλής» από την Τουρκία και η άμεση διασύνδεσή της με την Κύπρο. Αφηγήματα του τύπου «μετά το Ιράν, επόμενος στόχος του Ισραήλ είναι η Τουρκία», έχουν άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία προωθείται εντός της Τουρκίας ως «η πίσω αυλή του Ισραήλ». Σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του Τύπου στην Τουρκία η συστηματική ταύτιση της Λευκωσίας με το Τελ Αβίβ, παίρνει την εικόνα μετατροπής της Κύπρου σε ένα «προκεχωρημένο φυλάκιο» εχθρικών ισραηλινών δυνάμεων. Συνεπώς μιας πολιτικής γεωγραφίας (κατασκευασμένων) απειλών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Άγκυρα προσπαθεί να νομιμοποιήσει ιδεολογικά και να δικαιολογήσει πολιτικά την ανάγκη για ακόμη μεγαλύτερη, ασφυκτική στρατιωτική παρουσία και πολιτικό έλεγχο στα κατεχόμενα. Αυτή η ανάγκη προωθείται μέσα από τη ρητορική της «αμυντικής αναγκαιότητας» του τουρκικού έθνους απέναντι στην εχθρική περικύκλωση από το Ισραήλ, του οποίου ο τελικός στόχος είναι η συνολική αποσταθεροποίηση.

Στο επίκεντρο της κρίσης

Η πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο ότι η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος δεν βρίσκονται απλώς στο περιθώριο των εξελίξεων, αλλά εντάσσονται σταδιακά στον ίδιο τον πυρήνα της νέας γεωπολιτικής εξίσωσης. Για την Τουρκία, η πιθανότητα κατάρρευσης ή βαθιάς αποσταθεροποίησης του Ιράν αποτελεί τόσο ένα πρόβλημα ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή, όσο και έναν πολλαπλασιαστή αβεβαιοτήτων που συνδέεται άμεσα με την οικονομία, το προσφυγικό και κυρίως το Κουρδικό. Η Άγκυρα καλείται να διαχειριστεί μια ιστορικά γνώριμη, αλλά πλέον πιο επικίνδυνη κατάσταση. Αυτή στην οποία επιδιώκει την αποδυνάμωση των ανταγωνιστών της χωρίς να προκαλέσει το χάος που θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ένταση με το Ισραήλ αποκτά μια νέα διάσταση, καθώς δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη ρητορική αντιπαράθεση ή στις ιδεολογικές συγκρούσεις γύρω από το Παλαιστινιακό, αλλά αναπαράγεται σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό γεωπολιτικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, εξαιτίας της ταύτισης της με το Ισραήλ, μετατρέπεται ιδεολογικά όλο και περισσότερο σε κρίσιμο κόμβο αυτής της αντιπαράθεσης. Στο τουρκικό πολιτικό και επικοινωνιακό σύστημα η εικόνα αυτή μεταφράζεται σε μια συστηματική αφήγηση περικύκλωσης, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία παίρνει τη θέση της όχι ως αυτόνομο μέρος, αλλά ως «πιόνι» στην ευρύτερη αρχιτεκτονική ισραηλινής ισχύος. Η κατασκευή αυτής της απειλής μπορεί τελικά να λειτουργήσει ως εσωτερικό εργαλείο νομιμοποίησης της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό. Έτσι, η στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα και η διατήρηση ενός αυστηρού πολιτικού ελέγχου ενάντια στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, μπορεί να αναδειχθούν ως αναγκαία στοιχεία μιας ευρύτερης «άμυνας» απέναντι σε έναν μεταβαλλόμενο περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Με αυτό τον τρόπο, η κρίση στη Μέση Ανατολή τείνει να επαναπροσδιορίσει όχι μόνο τις ισορροπίες μεταξύ κρατών, αλλά και το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιλαμβάνεται η Τουρκία τον ρόλο της Κύπρου στην περιφερειακή γεωπολιτική.

*Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστήμιο Κύπρου

Exit mobile version