19 Φεβρουαρίου, 2026
9:20 μμ

Ομόφωνα το Εφετείο απέρριψε την έφεση πατριού που είχε καταδικαστεί από το Κακουργιοδικείο Πάφου για 18 κατηγορίες σεξουαλικών αδικημάτων σε βάρος της ανήλικης θετής του κόρης, καθώς και την έφεση σχετικά με την επιβληθείσα ποινή του κατηγορούμενου, επικυρώνοντας πλήρως την κρίση του Κακουργιοδικείου Πάφου.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ημερομηνίας 12 Φεβρουαρίου 2026, οι κατηγορίες αφορούσαν πράξεις που τελέστηκαν κατά την περίοδο 2018–2019, όταν η παραπονούμενη ήταν 13 ετών, και περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση παιδιού κατά κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης, καθώς και αδικήματα βίας στην οικογένεια.

Το Εφετείο επανέλαβε την καλά νομολογημένη αρχή ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να κρίνει κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και να αξιολογήσει τους ενώπιον του μάρτυρες».

Ένας από τους λόγους έφεσης του κατηγορούμενου ήταν ότι «το Κακουργιοδικείο έσφαλε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων». Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, «το κατά πόσο έλαβε χώρα ή όχι η επίδικη σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης αποτελεί το ύστατο ή έσχατο ερώτημα (ultimate question) της υπόθεσης, η κατάληξη επί του οποίου είναι έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου και όχι οποιουδήποτε εμπειρογνώμονα μάρτυρα». Το εφετείο σημείωσε επίσης ότι «δεν είναι ο ρόλος του πραγματογνώμονα να καταθέτει ή σχολιάζει επί της αξιοπιστίας ενός συγκεκριμένου μάρτυρα» και πως «το βαρύ και δύσκολο καθήκον της κρίσης της αξιοπιστίας και της τελικής ετυμηγορίας βαραίνει τους δικαστές».

Συνεπώς, το Εφετείο έκρινε ότι δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής του στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων από το Κακουργιοδικείο.

Σε σχέση με τη μαρτυρία συγγενικών προσώπων, το Εφετείο σημείωσε ότι «δεν διαπιστώνουμε, συναφώς, το Κακουργιοδικείο να χρησιμοποίησε διαφορετικά κριτήρια για την αξιολόγηση των συγγενικών προσώπων της Παραπονούμενης», ως ένας από τους λόγους έφεσης. «Με κάθε σεβασμό δεν εντοπίζουμε οτιδήποτε που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του συνηγόρου για τον Εφεσείοντα πως παραβιάστηκε το δικαίωμα του να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο», συμπλήρωσε το Εφετείο.

Ως προς τη μαρτυρία της παραπονούμενης, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει πεδίο επέμβασής του στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης από το ΚακουργΙοδικείο, η οποία ήταν αιτιολογημένη και λεπτομερής.

Αναφορικά με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, στην απόφαση του Εφετείου καταγράφονται τα εξής: «Δεν συμφωνούμε συναφώς, με τη θέση που προβάλλεται στο διάγραμμα του Κατηγορουμένου  ότι η προσέγγιση του Κακουργοδικείου είχε σκοπό να δικαιολογήσει την καταδικαστική ετυμηγορία παρά να εξετάσει πραγματικά τα λεγόμενα του (Κατηγορούμενου). Το Κακουργιοδικείο αιτιολόγησε το γιατί δεν αποδέχτηκε τη μαρτυρία του και δεν παρέχεται πεδίο για επέμβαση μας».

Σε ό,τι αφορά την έφεση κατά της ποινής, το Εφετείο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος παρέμβασής του. Τόνισε δε, ότι η σοβαρότητα και η πολλαπλότητα των αδικημάτων, η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης και η ηλικία του θύματος συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες που δικαιολογούν τις επιβληθείσες ποινές. Υπενθύμισε ότι η επέμβαση του Εφετείου στην ποινή δικαιολογείται μόνο όταν αυτή είναι «έκδηλα υπερβολική ή έκδηλα ανεπαρκής» ή όταν έχει εφαρμοστεί λανθασμένη αρχή, κάτι που, όπως έκρινε, δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση.

Καταληκτικά, το Εφετείο έκρινε ότι «δεν υπάρχει πεδίο επέμβασης μας» ούτε ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε ως προς το ύψος των ποινών, απορρίπτοντας τόσο την έφεση κατά της καταδίκης όσο και την έφεση κατά της ποινής ως αβάσιμες και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου Πάφου.

ΚΥΠΕ

Exit mobile version