Τώρα που καταλάγιασε κάπως η πρώτη συγκίνηση που προκάλεσε η είδηση του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου (γεν. 1944), τώρα που η εθνοκεντρική θεώρηση της δραστικότητάς του σταδιακά αποφορτίζεται και η ανακεφαλαίωση του παραμυθητικού ενωτισμού που ενέπνευσαν οι πολλές επισκέψεις του στην Κύπρο συμπληρώνεται, τώρα λοιπόν μπορούμε να κάνουμε και μια κάπως διεθνιστική αναφορά στη σχέση του μ’ ένα άλλο θρυλικό τραγουδοποιό, τον Γερμανό Wolf Biermann (γεν. 1936), ανατρέχοντας ευθύς εξαρχής σ’ ένα εγκωμιαστικό «name dropping» που έκανε ο ίδιος ο Μπίρμαν το 2021 στην WELT, με την ευκαιρία των ογδοηκοστών γενεθλίων ενός άλλου μεγάλου, του Μπομπ Ντίλαν (γεν. 1941):
«Όταν, πριν από… εκατό χρόνια, επινόησα για πάρτη μου τον όρο ‘Liedermacher’ (τραγουδοποιός), σε αντιστοιχία με το προλεταριακό ‘Stückeschreiber’ (θεατρικός συγγραφέας) του Μπρεχτ, υπήρχε ήδη ο ‘poète-chanteur’ (ο ποιητής-τραγουδιστής) Ζωρζ Μπρασένς στη Γαλλία, ο ‘Songwriter’ Γούντι Γκάθρι στον αγγλόφωνο κόσμο, οι Ρώσοι ‘Βάρδοι’ Μπουλάτ Οκουτζάβα και Βλαντιμίρ Βισότσκι, όπως και ο Νιλς Φέρλιν στη Σουηδία: ‘en trubadur’. Αργότερα, γνώρισα τους ‘Cantautores’ στην Ισπανία και την Καταλονία. Φαίνεται πως σε κάθε γωνιά του κόσμου βρίσκεται μια προσωπικότητα που με την ιδιαιτερότητά της μπορεί να γίνει οικουμενική. Ο Μπομπ Μάρλεϊ, η Βιολέτα Πάρα και ο Αταουάλπα Γιουπάνκι. Έτσι και ο δικός μου ελληνικός Μπομπ Ντίλαν: ο ποπ-ποιητής (Pop-Dichter) Διονύσης Σαββόπουλος…- so auch mein griechischer Bob Dylan: der Pop-Dichter Dionysis Savvopoulos».
Ανάμεσα στους πιο άξιους λοιπόν του είδους ο Σαββόπουλος, διεθνώς, σύμφωνα μ’ αυτή την κάπως επαγγελματική γνωμάτευση, που δεν ήταν και η μόνη εκδήλωση εκτίμησης εκ μέρους του Μπίρμαν προς το πρόσωπό του, αφού είχε προηγηθεί μια πολύ φιλική πρόσκληση για να γιορτάσουν μαζί, με άλλους τραγουδοποιούς και χιλιάδες κόσμο στο Δημοτικό Θέατρο της Κολωνίας, το Schauspielhaus, κάποια στρογγυλή επέτειο των γενεθλίων του.
Πρέπει νά ‘ταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αν θυμούμαι καλά (ο Περικλής θα θυμάται καλύτερα), και βέβαια δεν ήταν τυχαία η επιλογή της Κολωνίας αφού η εκδήλωση αποσκοπούσε στην υπενθύμηση της θρυλικής συναυλίας που είχε δώσει ο Μπίρμαν πριν μερικά χρόνια, το 1976, στο κατάμεστο Στάδιο της πόλης, μια ιστορική συναυλία που επέφερε και την άμεση αφαίρεση της ιθαγένειάς του εκ μέρους των αρχών της Ανατολικής Γερμανίας, όπου είχε καταφύγει το 1953 με τα 17 του, αφήνοντας πίσω του το γενέθλιο καπιταλιστικό Αμβούργο.
Μεγάλη και πονεμένη ιστορία ο Μπίρμαν για τους διαιρεμένους τότε Γερμανούς, σεσημασμένος αντικαθεστωτικός στη ΛΔΓ ήδη από τη δεκαετία του ’60, μαχητικός ποιητής μεταφρασμένος και στα ελληνικά από τη δεκαετία του ’70, μεταξύ άλλων από τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, γεγονός που οδήγησε στη μελοποίηση των ποιημάτων του από τον Θάνο Μικρούτσικο, το 1975, στον δίσκο με τα «Πολιτικά Τραγούδια», απ’ όπου και το εμφατικό «Die hab’ ich satt», τουτέστιν «Αυτούς τους έχω βαρεθεί», που πρωτοτραγούδησε η Μαρία Δημητριάδη.
Ένας δίσκος που παραδόξως έδωσε αφορμή στον Διονύση Σαββόπουλο να δηλώσει την απαρέσκειά του απέναντι στον συνθέτη, όπως ανάφερε ο ίδιος αργότερα στο ΕΘΝΟΣ: «Άκουσα τον δίσκο που έβγαλες στη LYRA, τα Πολιτικά Τραγούδια, και τον θεωρώ πραγματικά άθλιο», φέρεται να του είπε ο Σαββόπουλος.
Ωστόσο, παρά την «αθλιότητά» τους, τα «Πολιτικά Τραγούδια» είχαν μεγάλη απήχηση και παραμένουν ποικιλοτρόπως επίκαιρα κι ας είχε μείνει απέξω μια σημαντική «γερμανοκεντρική» στροφή, όπου εκτός από τους πολλούς που «είχε βαρεθεί» (τους ψευτόφιλους, τις κρύες γυναίκες, τη φάρα των γραφειοκρατών, τους φοβιτσιάρηδες υπαλληλίσκους και λοιπούς υποτακτικούς) ο Μπίρμαν κάνει και μια δηκτική αναφορά στην «τριχοτομημένη» του πατρίδα: Είναι να τραβάς τα μαλλιά σου σ’ αυτή τη «γερμανική» χαρτοπαικτική λέσχη, σ’ αυτή την τριχοτομημένη «γερμανική» χώρα… «und überhaupt ist ja zum Schrei’n / Der ganze deutsche Skatverein / Dies dreigeteilte deutsche Land ….Ich hab’ es satt!», τουτέστιν έχω μπουχτίσει, να-να-να-να…
«Τριχοτομημένη» όντως η Γερμανία τότε, αφού κατά τη σοβιετοκρατούμενη DDR, το Βερολίνο δεν ανήκε στην BRD, τη Δυτική Γερμανία αλλά αποτελούσε μια αυτόνομη πολιτική οντότητα, κάτι σαν «των νικημένων το νησί», όπως τραγούδησαν και οι Αδελφοί Κατσιμίχα στο γνωστό «Bleibtreu cafe». Ο Χάρης Κατσιμίχας μάλιστα σε κάποια συνέντευξή του αναφέρει πως «…το Δυτικό Βερολίνο ήταν από μόνο του ένα μικρό κράτος εν κράτει. Αυτό έλεγαν και οι ίδιοι οι Βερολινέζοι, δεν είμαστε Γερμανοί, είμαστε Βερολινέζοι».
Όπως και να έχει το πράγμα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ο Μπίρμαν πουθενά δεν αναφέρθηκε σε… Κωλογερμανούς, ούτε και στους πιο πικρούς του στίχους. Ωστόσο, οι στίχοι του έχουν κάτι από το δικό μας αέναο παράπονο, μιας και θυμίζουν τη δική μας τρέχουσα «τριχοτόμηση», την πρόσθετη κατακράτηση μέρους της δικής μας πατρίδας από τους… Κακούς Εγγλέζους.
Εν πάση περιπτώσει, τότε που ήρθε ο Σαββόπουλος στην Κολωνία για τα γενέθλια του Μπίρμαν, ένας καλός φίλος, κάθε άλλο παρά Κωλοέλληνας κι επουδενί λόγω Καλαμαράς, με πήρε τηλέφωνο για να με προσκαλέσει επειγόντως στον «Διόνυσο», το φιλόμουσο μαγαζί του Νίκου στην Dasselstrasse, όπου θα είχαμε την ευκαιρία να δειπνήσουμε στο ίδιο τραπέζι με τον Διονύση και τη γυναίκα του. Όπως κι έγινε, η βραδιά πέρασε… άδοξα, μ’ ένα κακόκεφο Νιόνιο απέναντί μας και μια Άσπα που μάς κοίταζε και τους δυο σχεδόν απολογητικά. Αυτά.
Ελεύθερα, 18.1.2026










