4 Απριλίου, 2025
9:10 μμ

Ατομική προσφυγή εναντίον της Κύπρου κατέθεσαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δύο αστυνομικοί από την Πάφο, του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί για θέματα διαφθοράς, πλην όμως απηλλάγησαν μετά που ο Γενικός Εισαγγελέας είχε αποφασίσει να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον τους.

Οι αστυνομικοί είχαν καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού του, ζητώντας αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη, με τον ισχυρισμό ότι κακόβουλα και εκδικητικά προωθήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον τους και τούτο λόγω των κακών σχέσεων που αποδεδειγμένα υπήρχαν μεταξύ του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και ενός Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος είχε γνωματεύσει ότι δεν δικαιολογείτο η ποινική δίωξη.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αστυνομικών, οι σχέσεις μεταξύ του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και του Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που γνωμάτευσε κατά της ποινικής δίωξης ήταν κάκιστες, με αποτέλεσμα το τίμημα να πληρώσουν οι ίδιοι, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, κακώς διώχθηκαν και περαιτέρω, ως αποτέλεσμα, είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα και παρέμειναν υπό κράτηση για πέντε μέρες.

Τελικά, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης και οι δύο αστυφύλακες κατέθεσαν αγωγή στο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, μεταξύ άλλων, με το σκεπτικό ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού του είναι ανέλεγκτες και ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι υπόλογοι. Ως εκ τούτου, ζήτησαν αποζημιώσεις για κακόβουλη ποινική δίωξη. Την απόφαση αυτή επικύρωσε πρόσφατα κατ’ έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο αρνούμενο να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους έφεσης.

Κατόπιν τούτου, οι αστυνομικοί προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου των, δρος Χρίστου Κληρίδη, ισχυριζόμενοι παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων τους και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το οποίο ο κάθε διάδικος έχει δικαίωμα σε δίκη για την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του.

Ο ισχυρισμός που προβάλλουν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτό, λόγω και της ασυλίας που το Ανώτατο Δικαστήριο επέκτεινε χωρίς να υπάρχει ρητή πρόνοια στο Σύνταγμα προς όφελος του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού του.

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου θα είναι καθοριστικής σημασίας καθ’ ότι, αν γίνει αποδεκτή η προσφυγή, θα σημαίνει ότι δεν μπορεί να τεθεί θέμα αντισυνταγματικότητας διαχωρισμού των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα ως κατήγορου και παράλληλα,  ως νομικού συμβούλου του κράτους.

Τέλος, στην προσφυγή γίνεται αναφορά και στην Έκθεση του Κράτους Δικαίου του 2024 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία καλείται η Κυπριακή Δημοκρατία να τροποποιήσει το καθεστώς αυτό του Γενικού Εισαγγελέα για να συνάδει με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, και εισηγείται μεταξύ άλλων, τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα και την αναγκαιότητα να δίδεται αιτιολογία για την κάθε απόφασή του στα θέματα ποινικών διώξεων ή αναστολής.

Exit mobile version