Δεκτό έκανε το Διοικητικό Εφετείο το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως παραπεμφθεί για εκδίκαση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο η έφεση που η Δημοκρατία καταχώρισε εναντίον της απόρριψης της προδικαστικής της ένστασης από το Διοικητικό Δικαστήριο, σε σχέση με το κατά πόσον οι κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις (πράξεις ή και παραλήψεις) που έγιναν στο πλαίσιο του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος (ΚΕΠ) αποτελούν «πράξεις κυβερνήσεως» και ως τέτοιες, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Για την ιστορία, αριθμός αιτητών προσέφυγε εναντίον της απόρριψης αιτημάτων για κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση, ή/και εναντίον της άρνησης ή/και παράλειψης παραλαβής αιτήσεων πολιτογράφησης, ή/και ανάκλησης πολιτογραφήσεων από το Υπουργείο Εσωτερικών, ή/και κατά της ίδιας της κατάργησης του ΚΕΠ.
Στο πλαίσιο της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας υπέβαλε γραπτώς αίτημα στο Διοικητικό Εφετείο όπως η πιο πάνω έφεση της Δημοκρατίας παραπεμφθεί για εκδίκαση στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Το αίτημα σκοπούσε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και σε οριστική διεκπεραίωση της έφεσης από την ανώτατη βαθμίδα δικαιοδοσίας σε θέματα συνταγματικού δικαίου, αφού στην έφεση εγείρονται θέματα δημοσίου δικαίου, ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος, ή γενικής δημόσιας σημασίας.
Το Διοικητικό Εφετείο, εξετάζοντας για πρώτη φορά ένα τέτοιο ζήτημα, έκρινε ότι στην παρούσα περίπτωση το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο είναι όντως το κατ’ εξοχήν αρμόδιο Δικαστήριο για να αποφασίσει επί του επίδικου θέματος. Η συνταγματική χροιά εκπορεύεται από το γεγονός ότι στην έφεση αφενός, εγείρονται ζητήματα ερμηνείας του Άρθρου 146 του Συντάγματος καθώς και εφαρμογής θεμελιωδών συνταγματικών αρχών (ήτοι της διάκρισης των εξουσιών, του κράτους δικαίου και της κατοχύρωσης του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη) και αφετέρου, ζητήματα που συνίστανται στη διεύρυνση του καταλόγου των «πράξεων κυβερνήσεως» κρίθηκε ορθό να αποφασίζονται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο λόγω της φύσης αλλά και της έντασης των αποτελεσμάτων τους, μεταξύ άλλων στη συνταγματική τάξη.
Το Διοικητικό Εφετείο περαιτέρω εδράζει την κρίση του στα πιο κάτω νομικά σημεία:
- Το να συμπεριληφθούν ή όχι οι προσβαλλόμενες πράξεις στον μη εξαντλητικό αλλά περιοριστικό κατάλογο των πράξεων κυβερνήσεως, αποτελεί ζήτημα ευρύτερης σημασίας καθώς η έκβαση της έφεσης υπέρ της Δημοκρατίας θα συνεπάγεται εν τέλει, τη συμπερίληψη των προσβαλλόμενων πράξεων στον κατάλογο των πράξεων κυβερνήσεως, με αποτέλεσμα τον επηρεασμό της διαχείρισης αντίστοιχων πράξεων που προκύπτουν με βάση το Άρθρο 111Α των περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων.
- Το θέμα άπτεται των νομικών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας ως προς την παροχή δικαστικής προστασίας βάσει της Ευρωπαϊκής Συμβάσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και ενδεχομένως, και του δίκαιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Ζητήματα γενικής σημασίας ή/και μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος αναδύονται και από την αντέφεση που καταχωρίσθηκε αναφορικά με την ίδια τη συμβατότητα του καταλόγου με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέμα το οποίο εμπίπτει κατ’ εξοχήν, σύμφωνα με το Διοικητικό Εφετείο, στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Την υπόθεση χειρίζεται, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ομάδα λειτουργών αποτελούμενη από την Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κα Έλενα Παπαγεωργίου, τις Ανώτερες Δικηγόρους της Δημοκρατίας κυρίες Αλεξία Καλησπέρα και Μαρία Δρυμιώτου, τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α’ κα Κάτια Χατζηδημητρίου και τους Δικηγόρους της Δημοκρατίας κ.κ. Νικολέττα Νικολάου, Σίλια Χαραλάμπους, Παύλο Βασιλείου και Τατιάνα Ιακωβίδου.










