28 Ιανουαρίου, 2026
11:51 πμ

Δύο είναι τα θέματα -κοινά για όλες τις συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης- στα οποία δίνει βαρύτητα η τραπεζική εποπτεία για την περίοδο 2026-2028: η ενίσχυση της ικανότητας των τραπεζών να αντέχουν εξωτερικούς κραδασμούς και η ενίσχυση της επιχειρησιακής τους ικανότητας.

Ειδικότερα, το Εποπτικό Συμβούλιο εστιάζει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας των τραπεζών στους γεωπολιτικούς κινδύνους και τις μακροοικονομικές αβεβαιότητες και, δεύτερον, στη διασφάλιση ότι οι τράπεζες θα ενισχύσουν την επιχειρησιακή τους ανθεκτικότητα και τις δυνατότητες του ΙCT (Τεχνολογίες Πληροφοριών και Επικοινωνιών) ώστε να αποφύγουν τις διαταραχές σε κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες.

Αυτό καλύπτει τις ψηφιακές στρατηγικές των τραπεζών, τη διακυβέρνηση στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνων – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Σε άρθρο τους με τίτλο «Εποπτικές προτεραιότητες 2026-28: χάραξη πορείας μέσα από ταραγμένα νερά», στο blog του SSM (Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός), η Sharon Donnery, μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και ο Mario Quagliariello, διευθυντής Εποπτικής Στρατηγικής και Κινδύνων της ΕΚΤ, εξηγούν τις στρατηγικές προσαρμογές.

«Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας αντιμετωπίζει ένα απαιτητικό εξωτερικό περιβάλλον. Οι προοπτικές για τον κίνδυνο αναδιαμορφώνονται από τους αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους, την αυξημένη αβεβαιότητα και τις διαρθρωτικές μεταβολές που οφείλονται στην τεχνολογική καινοτομία και στις κρίσεις που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση. Η τραπεζική εποπτεία της ΕΚΤ πρέπει να ανταποκριθεί σε αυτές τις προκλήσεις, κατανέμοντας αποτελεσματικά τους εποπτικούς μας πόρους, υποστηρίζοντας τη στρατηγική μας που βασίζεται στον κίνδυνο και είναι προσανατολισμένη στο μέλλον. Για να επιτευχθεί αυτό, η ΕΚΤ θα συνεχίσει να επικεντρώνεται στα ζητήματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία για τις τράπεζες που εποπτεύουμε και οι κοινές εποπτικές ομάδες μας θα παρακολουθούν τις ευπάθειες των επιμέρους τραπεζών».

Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, υπογραμμίζουν, συνεχίζει να αυξάνεται, λόγω του προστατευτισμού και των αυξανόμενων παγκόσμιων εντάσεων. «Για παράδειγμα, οι αυξανόμενοι δασμοί που σχετίζονται με τις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ δείχνουν πώς οι γεωπολιτικές προκλήσεις μπορούν να διαταράξουν την πραγματική οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε συνδυασμό με τις κρίσεις που σχετίζονται με το κλίμα και τη φύση, τις δημογραφικές μετατοπίσεις και τις τεχνολογικές διαταραχές, αυτοί οι κίνδυνοι επιδεινώνουν τις υπάρχουσες διαρθρωτικές ευπάθειες και αυξάνουν την πιθανότητα ακραίων γεγονότων».

Οι αρθρογράφοι αναγνωρίζουν ότι κυβερνητικά μέτρα που είχαν ληφθεί στο παρελθόν για τις ευπάθειες του τραπεζικού τομέα, σήμερα δεν μπορούν να εφαρμοστούν. «Στο παρελθόν, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν δημοσιονομικά μέτρα για να μετριάσουν τον αντίκτυπο των οικονομικών σοκ. Ωστόσο, οι υψηλές δημόσιες δαπάνες και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί ενδέχεται να μειώσουν την ικανότητά τους να το πράξουν στο μέλλον. Ενώ ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας έχει αποδειχθεί γενικά ανθεκτικός και ο συνολικός αντίκτυπος ορισμένων από αυτές τις διαρθρωτικές μετατοπίσεις μπορεί να φαίνεται περιορισμένος μέχρι στιγμής, οι πλήρεις συνέπειές τους δεν έχουν ακόμη φανεί. Πρέπει να παραμείνουμε σε εγρήγορση».

Η ενίσχυση της οικονομικής και λειτουργικής ανθεκτικότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών, αναφέρουν, παραμένει η προτεραιότητά μας. Οι ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις και η ρευστότητα, σε συνδυασμό με τη βιώσιμη κερδοφορία, θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες είναι σε καλή θέση για να αντιμετωπίσουν το τρέχον τοπίο κινδύνων. Ταυτόχρονα, σημειώνουν, πρέπει να είναι έτοιμες για τις μελλοντικές προκλήσεις και να διατηρούν υγιή προφίλ κινδύνου. Η επιταχυνόμενη ψηφιακή καινοτομία, επισημαίνουν οι αρθρογράφοι, ιδίως στην τεχνητή νοημοσύνη, μεταμορφώνει τον τραπεζικό κλάδο. «Οι τράπεζες πρέπει να ενεργήσουν στρατηγικά για να αξιοποιήσουν τη μακροπρόθεσμη αξία της τεχνητής νοημοσύνης, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τους συναφείς κινδύνους».

Exit mobile version