Από το 2020, όταν σημειώθηκε ένα απλό τροχαίο στη Δερύνεια, χρειάστηκαν πέντε δικάσιμοι και τελικά η παρέμβαση του Εφετείου προ ημερών για να ολοκληρωθεί η υπόθεση.
Συγκεκριμένα, έγινε δεκτή η έφεση κατά απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2023 και με την οποία ο εφεσείων είχε κριθεί ένοχος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου.
Η υπόθεση αφορούσε τροχαία σύγκρουση που σημειώθηκε τον Ιούνιο του 2020 σε χώρο στάθμευσης υπαίθριας αγοράς στη Δερύνεια, όπου σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσείων, κινούμενος με όπισθεν και χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια, προσέκρουσε σε σταθμευμένο όχημα της παραπονούμενης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβλήθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ως κοινή θέση ότι το όχημα της παραπονούμενης δεν έφερε ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα πριν το περιστατικό, παρά το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση από την υπεράσπιση τόσο κατά την αντεξέταση όσο και μέσω της μαρτυρίας του ίδιου του εφεσείοντα.
Από την εξέταση των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας προέκυψε ότι η παραπονούμενη αντεξετάστηκε εκτενώς επί της συγκεκριμένης γραμμής υπεράσπισης, ενώ και ο εφεσείων κατέθεσε ενόρκως προωθώντας τον ίδιο ισχυρισμό. Παρά ταύτα, το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε τη μαρτυρία της παραπονούμενης αξιόπιστη και απέρριψε στο σύνολό της τη μαρτυρία του εφεσείοντα ως αναξιόπιστη.
Πώς το Εφετείο ανέτρεψε την καταδίκη
Το Εφετείο επεσήμανε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ωστόσο παρέμβαση δικαιολογείται όταν τα ευρήματα δεν στηρίζονται στη μαρτυρία ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντιμετώπισε αμφισβητούμενο γεγονός ως κοινή θέση των μερών, γεγονός που καθιστά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τρωτή και τη συνολική καταδικαστική απόφαση ανεπαρκή και επισφαλή.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο πρώτος λόγος έφεσης έγινε δεκτός και κρίθηκε ότι η εξέταση των υπόλοιπων λόγων έφεσης καθίσταται αχρείαστη. Η έφεση έγινε δεκτή και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, καθώς και η ποινή ακυρώθηκαν.
Το Εφετείο εξέτασε περαιτέρω το ενδεχόμενο επανεκδίκασης της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον χρόνο που παρήλθε από τα γεγονότα, τις περιστάσεις της υπόθεσης και τη δαπάνη πόρων που θα απαιτούνταν. Σημειώθηκε ότι επρόκειτο για υπόθεση με επιβολή χρηματικής ποινής ύψους €800 και τεσσάρων βαθμών ποινής, χωρίς πρόκληση σωματικής βλάβης.
Εντέλει, κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η καταδίκη παραμερίστηκε και ο εφεσείων αθωώθηκε, χωρίς να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.










