Η ΕΔΟΝ προχωρεί σε σοβαρές καταγγελίες για τη λειτουργία του Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου (ΟΝΕΚ), κάνοντας λόγο για θεσμική εκτροπή, προβληματικούς χειρισμούς και εσωτερική κρίση που κορυφώθηκε με την παραίτηση τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Παράλληλα, θέτει ζήτημα πενταετούς απουσίας Εκτελεστικού Διευθυντή, ζητώντας από την Κυβέρνηση τον άμεσο διορισμό νέων μελών στο Δ.Σ. ώστε να αποκατασταθεί η απαρτία και η ομαλή λειτουργία του Οργανισμού.
Ακολουθεί αυτούσια η ανακοίνωση
Ως ΕΔΟΝ, ανέκαθεν θεωρούσαμε τον ΟΝΕΚ ως ένα εκ των κυριότερων πεδίων συνεργασίας και συνεννόησης της νεολαίας, για να μπορεί αυτός να υλοποιεί την αποστολή του, που είναι η συνδιαμόρφωση και η υλοποίηση ολοκληρωμένων και ενίοτε και εξειδικευμένων πολιτικών σε θέματα νεολαίας και η μεταφορά της φωνής των νέων στα κέντρα λήψεως αποφάσεων.
Δυστυχώς ο ΟΝΕΚ εδώ και καιρό αποτυγχάνει να υλοποιήσει αυτή του την αποστολή, με μια σειρά προβληματικών συμπεριφορών και γεγονότων να λαμβάνουν χώρα εντός του. Οι πρόσφατες εξελίξεις, με την παραίτηση τριών μελών του Δ.Σ., είναι χαρακτηριστικές.
Το βασικό πρόβλημα του Οργανισμού, στην παρούσα φάση, εντοπίζεται στη λειτουργία και τους χειρισμούς της αναπληρώτριας εκτελεστικής διευθύντριας, καθώς οι ενέργειες της έχουν δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα λειτουργικότητας και θεσμικής ισορροπίας. Η σκόπιμη σύγχυση αρμοδιοτήτων και η υπέρβαση του πλαισίου ευθύνης της έχουν δημιουργήσει και επιβαρύνει το πρόβλημα, εντείνοντας την εσωτερική κρίση.
Οι αιφνιδιαστικές παραιτήσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου την δεδομένη χρονική στιγμή δεν είναι ούτε σύμπτωση ούτε συγκυρία. Λίγο πριν από την πραγματοποίηση συγκεκριμένης συνεδρίας του Δ.Σ. στην οποία επρόκειτο να συζητηθούν ζητήματα που αφορούν τη σωστή λειτουργία και τη διοικητική εποπτεία του Οργανισμού, καθώς και η ενδεχόμενη απόφαση για λήψη πειθαρχικών ή/και διοικητικών μέτρων και αλλαγών. Με τις παραιτήσεις, όσο και αν αυτές είναι σεβαστές ως επιλογή, επί της ουσίας «ακινητοποίησαν» τον ΟΝΕΚ αφού «διασφάλισαν» τη μη ύπαρξη της απαραίτητης απαρτίας, εμποδίζοντας το Διοικητικό Συμβούλιο να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, συγκαλύπτοντας ουσιαστικά τα ίδια τα πεπραγμένα.
Η ΕΔΟΝ (όπως και άλλα μέλη), μέσω του εκπροσώπου της στο Δ.Σ. του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου, απαίτησε επανειλημμένα να κατατεθούν σειρά στοιχείων όπως άμεσες αναθέσεις που δόθηκαν για ενδεικτικό έλεγχο, συμβόλαια που υπογράφηκαν, παλαιά πρακτικά που επικαλούνται επιλεκτικά για «ειλημμένες αποφάσεις», καθώς και αναλυτικά στοιχεία για δράσεις και τα πραγματικά τους κόστη.
Η απάντηση μέχρι σήμερα; Η απόλυτη σιωπή. Ούτε έγγραφα, ούτε στοιχεία, ούτε στοιχειώδης ενημέρωση. Όταν η διοικητική αρχή αρνείται πεισματικά να καταθέσει όσα της ζητούνται θεσμικά, δεν μιλάμε πλέον για αμέλεια, αλλά για συνειδητή αποφυγή ελέγχου.
Τέλος, το πιο εξόφθαλμο γεγονός είναι ότι για μία πενταετία ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου παραμένει χωρίς Εκτελεστικό Διευθυντή, με τα καθήκοντα να ασκούνται αποκλειστικά από την Αναπληρώτρια Εκτελεστική Διευθύντρια. Πρόκειται για μια εξωπραγματική και θεσμικά προβληματική κατάσταση, που δεν μπορεί πλέον να δικαιολογηθεί ως «προσωρινή». Η παρατεταμένη αυτή εκκρεμότητα όχι μόνο αποδυναμώνει τη θεσμική λειτουργία του Οργανισμού, αλλά δημιουργεί και εύλογα ερωτήματα ως προς το ποιοι και γιατί ευνοούνται από αυτή την αδικαιολόγητη καθυστέρηση, η οποία παγιώνει μια συγκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς την απαιτούμενη θεσμική κατοχύρωση και λογοδοσία.
Ως ΕΔΟΝ ξεκαθαρίζουμε πως ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου δεν είναι «λάφυρο» κανενός. Οφείλει να υπηρετεί αποκλειστικά τη νεολαία του τόπου, με διαφάνεια, σοβαρότητα και λογοδοσία. Η νεολαία της Κύπρου δεν έχει ανάγκη από θεσμικά δράματα. Έχει ανάγκη από ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις και πράξεις που να απαντούν στα πραγματικά σύγχρονα της προβλήματα.
Η Κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει άμεσα στον διορισμό των νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ώστε να αποκατασταθεί η απαρτία και να επανέλθει ο Οργανισμός σε κανονικές συνεδρίες και στη λήψη αποφάσεων.
Για εμάς, το ζητούμενο είναι ένα. Να επανέλθει ο Οργανισμός στον θεσμικό του ρόλο και να επικεντρωθεί εκεί που πραγματικά οφείλει, στις ανάγκες της νέας γενιάς αναπτύσσοντας δράσεις και προγράμματα που θα της εξυπηρετούν.










