Μέχρι την ώρα που πληκτρολογούνταν οι γραμμές αυτές, ούτε φωνή ούτε ακρόαση είχαμε από το Υφυπουργείο Πολιτισμού για τα τρέχοντα θέματα που «καίνε» άμεσα και επιτακτικά τον κόσμο του πολιτισμού.
Ακόμη όμως κι αν γίνει κάποια έκπληξη της τελευταίας στιγμής και αμοληθεί καμιά ανακοίνωση που θα προλάβει το ψυχολογικό ορόσημο… της άνοιξης, μπας και ακούσουν κανένα «ωσαννά» ή «αλληλούια» από την κοινότητα, είναι ήδη αργά. Απελπιστικά, εκνευριστικά, αδικαιολόγητα αργά. Ήδη ο προγραμματισμός των καλλιτεχνικών οργανισμών φυλλοροεί, έχουμε αναστολές, αναβολές και ακυρώσεις, ενώ η βαριά σιδηρά παλάμη της αβεβαιότητας σφίγγει τον λαιμό και την καρδιά των εμπλεκόμενων, ξυπνώντας εφιάλτες από την περίοδο της πανδημίας.
Το πιο εντυπωσιακό, πέρα από την αργοπορία, είναι η παχυδερμία. Μιλάμε για σιγή ασυρμάτου, σαν να μην έχουν μούτρα να πουν ούτε δυο καθησυχαστικές κουβέντες, έστω και για την παπάτζα. Και τις ευθύνες των ιθυνόντων λούζονται όλοι οι υπάλληλοι του κτηρίου της οδού Ιφιγενείας, οι οποίοι στοχοποιούνται συλλήβδην με τη ρετσινιά του βολεμένου, καλοπληρωμένου γραφειοκράτη που στο τέλος του μήνα έχει δεδομένο τον μισθό μαζί με τα ωφελήματα.
Ούτως ή άλλως, όμως, το οικοδόμημα του πολιτισμού βασίζεται στην αντίφαση των επισφαλών δημιουργών που ποντάρουν σε μια διοίκηση που απολαμβάνει εργασιακή ασφάλεια. Άλλωστε, ο καθένας κάνει τις επιλογές του στη ζωή. Είτε βρίσκεσαι στην πλευρά του δημιουργού και κάνεις το χόμπι και το ψώνιο σου για να περνά η ώρα, είτε κάνεις κάτι χρήσιμο και παίζεις ατάραχος με τις ζωές των άλλων. Κι άμα λάχει ταλαιπωρείς και λίγο τους χαραμοφάηδες μέχρι να τα βροντήξουν και να πάνε να κάνουν μια κανονική δουλειά. Το λες και κοινωνική προσφορά αυτό.
Η σιγή ασυρμάτου έσπασε μόνο από μερικά… παράσιτα που άφησε η φωνή του Γενικού Διευθυντή, Γιώργου Παπαγεωργίου, μέσα από τη συχνότητα του Astra. Τον ακούσαμε να λέει δημόσια ότι αποφάσισε να «χρεωθεί προσωπικά» όλη αυτή την ανωμαλία που έχει δημιουργηθεί, σε μια προσπάθεια να γίνουν κάποια «κουρδίσματα» (sic) που επέβαλε η Ελεγκτική Υπηρεσία σε σχέση με τις διαδικασίες αξιολόγησης, λόγω ατοπημάτων. Θα ήθελα πολύ να μάθω ποια ήταν αυτά τα ατοπήματα και κυρίως πώς θα διορθωθούν, αλλά και πώς μπορεί πρακτικά να γίνει αυτό αναίμακτα ενόσω η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη.
Κυρίως, όμως, είμαι περίεργος να μάθω πώς ακριβώς θα το χρεωθεί ο ίδιος όλο αυτό το μπάχαλο. Θα του κάνει «ντα» η Υφυπουργός; (Εννοώ την Πολιτισμού, έτσι;) Θα του τραβήξουν το αυτί; Θα του κάνουν παρακράτηση μισθού; Θα τον μετακινήσουν σε άλλο Υπουργείο να ξεδιπλώσει τα ταλέντα του; Νομίζω ότι στο Γεωργίας χρειάζονται αυτό τον καιρό έναν καμικάζι. Αν πάντως εννοεί μόνο το επικοινωνιακό κόστος, σπουδαία τα λάχανα. Το πραγματικό κόστος άλλοι θα το πληρώσουν κι όλοι ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί: όσοι έχουν βάλει το κεφάλι στον τορβά χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Τον ακούσαμε επίσης να διαβεβαιώνει ότι μέσα στον Μάρτη θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΙΙΙ». Ο Μάρτης βέβαια έχει 31 ολόκληρες μέρες και μέσα σ’ αυτό το διάστημα πολλές ακόμη εκδηλώσεις αναμένεται να βγουν εκτός χρονοδιαγραμμάτων και να αναστατωθεί περαιτέρω η πολιτιστική δραστηριότητα. Από τη μια, αμφιβάλλω ότι θα ανακοινωθούν μέχρι το τέλος του μήνα, δηλαδή ότι αρκεί αυτό το διάστημα για να μελετήσουν τόσες δεκάδες αιτήσεις, να τις αξιολογήσουν και να ετοιμάσουν μετά και τα απαιτούμενα πρακτικά. Από την άλλη, το ζήτημα είναι να τις μελετήσουν σοβαρά και υπεύθυνα.
Διότι εδώ προκύπτει και μια άλλη αντίφαση. Από τη μια ο ΓΔ υποστηρίζει ότι έχει ξεκινήσει εκστρατεία, ανένδοτο αγώνα για να διορθώσει τα κακώς κείμενα και από την άλλη προεξοφλεί ότι πρόκειται για διαδικασίες- εξπρές. Πώς ακριβώς θα ζητήσει λ.χ. από τους «εκτός οικοσυστήματος» γκράντε καταξιωμένους ειδήμονες που αλίευσε από την Ελλάδα να παρατήσουν ό,τι κάνουν και να πατήσουν το γκάζι στην αξιολόγηση, μπας και προλάβουμε το Πάσχα; Γίνεται μια αξιολόγηση να είναι και βεβιασμένη και αντικειμενική ταυτόχρονα; Θα δείξει.
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον ίδιο, συμβαίνουν σε μια προσπάθεια «να γίνουμε καλύτεροι». Καθόλου δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν καλές προθέσεις, σαν αυτές με τις οποίες είναι σπαρμένος ο δρόμος για την κόλαση. Η γενικότερη επιχειρηματολογία, όμως, μπάζει λιγάκι ακόμη και ως προς την επιλογή να αναζητηθούν ως αξιολογητές- εν μέσω της διαδικασίας, επαναλαμβάνω- έμπειροι επαγγελματίες από το εξωτερικό για αντικειμενικότερα αποτελέσματα. Ουρανοκατέβατοι, δηλαδή.
Ο Γ. Παπαγεωργίου υποστηρίζει ότι θα μάς συνδράμουν με συμβουλές πάνω στα χορηγικά προγράμματα και τις επικρατούσες τάσεις. Καλό ακούγεται, αν και κομματάκι «αποικιοκρατικό». Ιδίως όταν φέρνει ως παράδειγμα, στην επιχειρηματολογία του, το γεγονός ότι ο ΘΟΚ έφερε «Ελλαδίτη για πρώτο του διευθυντή», να μάς ανοίξει τα μάτια. Το ότι το παράδειγμα αυτό συνιστά κοτσάνα έξτρα λαρτζ, δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης και θιασάρχης Νίκος Χατζίσκος είχε καταφθάσει τότε στην Κύπρο να αναλάβει το νεοσύστατο κρατικό θέατρο με τις ευλογίες της Χούντας. Έχει κυρίως να κάνει με το ότι ο Γενικός Διευθυντής του Υφυπουργείου Πολιτισμού αφήνει να εννοηθεί η εντύπωσή του ότι ελάχιστα βήματα έχουν γίνει στο πολιτιστικό μας τοπίο από το σωτήριο έτος 1971.
Καλή Ανάσταση, λοιπόν, με τις χορηγίες του «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΙΙΙ». Και ίσως και με το χορηγικό πρόγραμμα «Κύπρια», το οποίο δεν έχει καν προκηρυχθεί ακόμη, διότι κι εκεί επίκεινται στεγανοποιήσεις στους όρους, μιας και εντοπίστηκαν «τρύπες» και εστίες τριβής. Υπενθυμίζω μόνο ότι πέρσι τέτοια εποχή όχι μόνο είχαν προκηρυχτεί τα «Κύπρια» αλλά στις 28 Φεβρουαρίου έληγε και η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων.
Ωστόσο, η υπόθεση του πιλοτικού προγράμματος ενίσχυσης της φεστιβαλικής σκηνής και της παράπλευρης τρανταχτής απώλειας του κρατικού μας φεστιβάλ είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, που σηκώνει ξεχωριστό κεφάλαιο. Ανάσταση, πάντως, δεν προβλέπεται.
Ελεύθερα, 1.3.2026


