Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε μία πολύ σημαντική απόφαση πριν από μερικές μέρες στα πλαίσια έφεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου που επηρεάζει σημαντικό αριθμό εργαζομένων στον δημόσιο τομέα που έχουν εγκλωβιστεί σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με την Κυπριακή Δημοκρατία ενώ θα έπρεπε να έχουν αναγνωριστεί και μάλιστα αναδρομικά ως μισθωτοί αορίστου χρόνου.
Ο Εφεσείων δυνάμει σχετικών συμβάσεων παρείχε από το 2009 μέχρι το 2017 υπηρεσίες Πολιτικού Μηχανικού στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας έχοντας υπογράψει διαδοχικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Ενόψει του περιεχομένου αυτών των συμβάσεων, ο Εφεσείων ήταν εγγεγραμμένος ως αυτοεργοδοτούμενος με όλες τις συνέπειες αυτής της κατάταξης σε σχέση με τη μισθοδοσία του, αλλά και τις υποχρεώσεις καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων και ΦΠΑ.
Ο Εφεσείων θεωρούσε ότι αυτή η διευθέτηση ήταν εικονική και ότι η αληθινή φύση της σχέσης του με την Επαρχιακή Διοίκηση δεν ήταν παροχής υπηρεσιών, αλλά στην πραγματικότητα ήταν σχέση εργασίας και αυτός ήταν επί της ουσίας μισθωτός υπάλληλος της Επαρχιακής διοίκησης.
Ενόψει αυτού ο Εφεσείων υπέβαλε μέσω των δικηγόρων του αίτημα προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του ζήτησε να ασκήσει την αρμοδιότητα του σύμφωνα με το άρθρο 81 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010) να διεξάγει έρευνα και να αποφασίσει εάν ο Εφεσείων είναι στην πραγματικότητα μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο. Μετά από τη σχετική έρευνα ο Διευθυντής αποφάσισε και ενημέρωσε τον Εφεσείοντα ότι θα έπρεπε να χαρακτηριστεί μισθωτός από το 2009, αφού η αληθινή φύση της σχέσης του με την Επαρχιακή Διοίκηση ήταν από την αρχή σχέση εργασίας και όχι παροχής υπηρεσιών.
Στη συνέχεια, παρά το ότι ο Εφεσείοντας ζήτησε να μετατραπεί το καθεστώς του σε μισθωτό αορίστου χρόνου από το 2009 με βάση τη δεσμευτική απόφαση του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε ότι το καθεστώς του Εφεσείοντα θα μετατρεπόταν μεν σε μισθωτό αορίστου χρόνου, αλλά όχι από το 2009, όπως αποφάσισε ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αλλά από το 2016.
Το Υπουργείο Εσωτερικών θεώρησε ότι ο Εφεσείων είχε μεν δικαίωμα να χαρακτηριστεί μισθωτός αορίστου χρόνου από το 2009, αλλά η άρνηση από πλευράς του Υπουργού να εφαρμόσει την απόφαση του Διευθυντή θα δημιουργούσε ιδιωτική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί όμως να δώσει θεραπεία που να ανατρέχει μέχρι ένα έτος πριν την καταχώριση της σχετικής αίτησης ενώπιον του. Έχοντας αυτό υπόψη, ο Υπουργός εξέδωσε απόφαση ότι η μετατροπή δεν θα γινόταν από το 2009, αλλά από το 2016 και έπειτα. Συνεπώς, η Κυπριακή Δημοκρατία ήθελε να εκμεταλλευτεί αυτό το κενό στη δικαστική προστασία του Εφεσείοντος για να μην εφαρμόσει πλήρως την απόφαση του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ο Εφεσείων καταχώρισε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών που τροποποιούσε την απόφαση του Διευθυντή Κοινωνικών ασφαλίσεων ως προς το χρονικό διάστημα μετατροπής του σε μισθωτό (από 2009 σε 2016). Η Κυπριακή Δημοκρατία καταχώρισε ένσταση κατά της εν λόγω προσφυγής αναφέροντας ότι η διαφορά που δημιουργήθηκε από την απόφαση του Υπουργού δεν ήταν δημοσίου δικαίου αλλά ιδιωτικού και έπρεπε να απορριφθεί.
Η θέση του Εφεσείοντος ήταν από την αρχή ότι η θέση που εξέφρασε η Νομική Υπηρεσία αλλά και το Υπουργείο Εσωτερικών στηριζόταν σε νομολογία που αφορούσε τη μετατροπή ή τερματισμό συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σε τροποποίηση απόφασης του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων για μετατροπή αυτοεργοδοτούμενου σε μισθωτό.
Το Διοικητικό Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση του Καθ’ ου η Αίτηση, παρέπεμψε στις ίδιες αυτές αποφάσεις, και απέρριψε την προσφυγή.
Ο Εφεσείων καταχώρισε αμέσως έφεση αναφέροντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλλε στην απόφαση του και επεδίωξε την ανατροπή της απόφασης.
Της έφεσης επιλήφθηκε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το οποίο με απόφαση του που εκδόθηκε πριν από μερικές μέρες δικαίωσε πλήρως τον Εφεσείοντα και παραμέρισε ως εσφαλμένη την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου.
Επεσήμανε περαιτέρω ότι το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το χρονικό σημείο από το οποίο, με την επίδικη απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, έχει αποφασισθεί ότι θα ισχύει το καθεστώς απασχόλησης του Εφεσείοντος ως μισθωτός αορίστου χρόνου, εμπίπτει στην έννοια της «διαφοράς αστικής φύσεως». Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κατέληξε ότι η ημερομηνία μετατροπής του καθεστώτος απασχόλησης του Εφεσείοντος σε εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου (από το 2016 αντί του 2009) δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ουσία της απόφασης του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία στο σύνολο της συνιστά διοικητική πράξη.
Συνεπώς, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η τροποποίηση της ημερομηνίας από την οποία ο Εφεσείων αναγνωρίστηκε ως μισθωτός αορίστου χρόνου συνιστά διοικητική πράξη τη νομιμότητα της οποίας θα έπρεπε να είχε ελέγξει το διοικητικό δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής που καταχωρίστηκε. Ενόψει αυτού παραμέρισε την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και παρέπεμψε την Προσφυγή εκ νέου ενώπιον του για να αποφανθεί επί της ουσίας και ιδίως για το κατά πόσο ο Υπουργός Εσωτερικών έχει αρμοδιότητα να τροποποιεί προηγούμενη απόφαση του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Την Έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου χειρίστηκε εκ μέρους του εφεσείοντος το Δικηγορικό Γραφείο Καραμανώλης & Καραμανώλης Δ.Ε.Π.Ε.









