Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν την Κίνα ότι διεξήγαγε μία μυστική πυρηνική δοκιμή το 2020 και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έληξε η συνθήκη NEW START, η τελευταία συμφωνία ελέγχου των πυρηνικών όπλων μεταξύ της Ουάσινγκτον και της Μόσχας, έχει εγείρει τους φόβους ότι ο πλανήτης οδηγείται σε επικίνδυνα μονοπάτια, καθώς μπορεί να σημαίνει ότι η εποχή της πυρηνικής σταθερότητας που κυριαρχούσε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου μπορεί να πλησιάζει στο τέλος της και ότι βαδίζουμε ολοταχώς προς μία νέα παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών.
Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος της Washington Post, Φαρίντ Ζακάρια δημιουργείται η αίσθηση ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια πιο αβέβαιη φάση.
«Οι συμμαχίες φαίνονται πιο ασταθείς, το εμπόριο κατακερματίζεται και οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται πιο ανοιχτά. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις ορατές αλλαγές κρύβεται κάτι που έχει συζητηθεί λιγότερο και είναι πιο επικίνδυνο: η αργή κατάρρευση της πυρηνικής σταθερότητας», γράφει χαρακτηριστικά.
«Κατά το μεγαλύτερο μέρος του Ψυχρού Πολέμου, οι άνθρωποι φοβούνταν ότι ένας κόσμος με πυρηνικά όπλα θα οδηγούσε αναπόφευκτα στη διάδοσή τους και ότι οι πόλεμοι θα κατέληγαν σε πυρηνικούς. Εξάλλου, σπάνια στην ιστορία της ανθρωπότητας ένα όπλο παρέμεινε αχρησιμοποίητο στα οπλοστάσια. Αλλά αυτό είναι που συνέβη. Τα οπλοστάσια παρέμειναν, αλλά δεσμεύονταν από συνθήκες, συνήθειες και δόγματα περί αυτοσυγκράτησης. Οι συμφωνίες ελέγχου των όπλων έθεσαν ανώτατα όρια στον αριθμό τους. Οι σχέσεις αποτροπής ήταν σχετικά σαφείς. Η διάδοση περιοριζόταν, αν και ατελώς, από κανόνες και πιέσεις. Δεν ήταν ένας ασφαλής κόσμος, αλλά ήταν ένας σταθερός κόσμος. Αυτή η εποχή μπορεί να έχει φτάσει στο τέλος της», προσθέτει.
Μία νέα συνθήκη με συμμετοχή και της Κίνας θέλουν οι ΗΠΑ
Πλέον οι ΗΠΑ τάσσονται υπέρ μιας νέας, ευρύτερης συνθήκης ελέγχου των εξοπλισμών με τη συμμετοχή τόσο της Κίνας όσο και της Ρωσίας και όπως ανέφερε ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ δεν θα επιδιώξουν την ανανέωση της συνθήκης NEW START.
Σε ανάρτηση στο Truth Social την Πέμπτη, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν μια «νέα, βελτιωμένη και εκσυγχρονισμένη» συμφωνία. Τον Δεκέμβριο, ο Τραμπ δήλωσε ότι είχε διατάξει τις ΗΠΑ να ξαναρχίσουν «αμέσως» τις δοκιμές πυρηνικών όπλων — κάτι που δεν έχουν κάνει από το 1992 — επικαλούμενος την ανάγκη να ανταποκριθούν σε αυτό που χαρακτήρισε ως μυστικές δοκιμές από τη Ρωσία και την Κίνα.
Ένας αξιωματούχος των ΗΠΑ επιβεβαίωσε στον αμερικανικό ιστότοπο Axios ότι το σχέδιο ήταν η διαπραγμάτευση μίας νέας συμφωνίας, αντί για την παράταση της NEW START, αλλά ανέφερε ότι η αμερικανική πλευρά έχει δεσμευτεί να μην παρεκκλίνει από τη συμφωνία.
Η συνθήκη έληξε επίσημα την Πέμπτη και η παράταση δεν θα επισημοποιηθεί νομικά, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο. Μάλιστα όπως αναφέρει ο Axios, επικαλούμενος τρεις αρμόδιες πηγές, ΗΠΑ και Ρωσία πλησιάζουν σε συμφωνία για τον έλεγχο των πυρηνικών.
«Συμφωνήσαμε με τη Ρωσία να ενεργήσουμε με καλή πίστη και να ξεκινήσουμε συζητήσεις για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να επικαιροποιηθεί», δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος.
Μια άλλη πηγή ανέφερε ότι οι πρακτικές συνέπειες ήταν ότι και οι δύο πλευρές θα συμφωνούσαν να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας για τουλάχιστον έξι μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων θα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για μια πιθανή νέα συμφωνία.
Οι απεσταλμένοι του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ διαπραγματεύτηκαν τη συνθήκη NEW START με Ρώσους αξιωματούχους στο περιθώριο των συνομιλιών για την Ουκρανία στο Αμπού Ντάμπι.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ επιβεβαίωσε ότι οι διαπραγματευτές της Ρωσίας και των ΗΠΑ συζήτησαν το μέλλον του ελέγχου των πυρηνικών όπλων κατά τη διάρκεια συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν στο Αμπού Ντάμπι.
«Υπάρχει μια αμοιβαία κατανόηση και συζήτησαν στο Αμπού Ντάμπι, ότι και οι δύο πλευρές θα λάβουν υπεύθυνες θέσεις και ότι και συνειδητοποιούν την ανάγκη να ξεκινήσουν συνομιλίες για το θέμα το συντομότερο δυνατό», δήλωσε ο Πεσκόφ.
Ένας αξιωματούχος των ΗΠΑ προειδοποίησε ότι η συνθήκη θα πρέπει να είναι μια «συμφωνία με χειραψία», επειδή η παράταση δεν επιτρέπεται τεχνικά από τον νόμο. Μια άλλη πηγή είπε ότι τίποτα δεν θα είναι επίσημο μέχρι να το εγκρίνουν ο Τραμπ και ο Πούτιν.
Ακόμη και μετά τη λήξη της συνθήκης NEW START, οι ΗΠΑ και η Ρωσία συμφώνησαν να επαναφέρουν τον διάλογο υψηλού επιπέδου μεταξύ των στρατιωτικών αρχών, ο οποίος είχε ανασταλεί από το 2021 λόγω της επιδείνωσης των σχέσεων πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Τι προέβλεπε η συνθήκη NEW START
Η συνθήκη NEW START είχε υπογραφεί το 2010 και προέβλεπε αυστηρούς περιορισμούς στο οπλοστάσιο κάθε πλευράς:
- Όριο 1.550 ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών (έτοιμων προς χρήση).
- Περιορισμό στους 800 εκτοξευτήρες και στρατηγικά βομβαρδιστικά.
- Συγκεκριμένους μηχανισμούς επαλήθευσης και ανταλλαγές δεδομένων.
Για πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια δεν υπάρχουν πλέον νομικά δεσμευτικά όρια για τα δύο μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια του κόσμο
Σύμφωνα με τον Ζακάρια «για πρώτη φορά σε περισσότερα από 50 χρόνια, δεν υπάρχουν πλέον νομικά δεσμευτικά όρια για τα δύο μεγαλύτερα πυρηνικά οπλοστάσια του κόσμου. Κάποιοι ελπίζουν ότι αυτό θα είναι ένα σύντομο διάλειμμα και έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για την εξεύρεση μιας νέας συμφωνίας. Ωστόσο, το ευρύτερο πλαίσιο δεν είναι ενθαρρυντικό».
Ο αρθρογράφος της Washington Post στέκεται στις διαφορές που υπάρχουν στον κόσμο σε σχέση με το 2010 όταν υπογράφηκε η NEW START.
Όπως αναφέρει το 2010 «τα στρατηγικά όπλα της Ρωσίας γερνούσαν. Το πυρηνικό οπλοστάσιο της Κίνας ήταν μικρό και προσανατολισμένο προς αυτό που ονομαζόταν ελάχιστη αποτροπή», ωστόσο αυτός ο κόσμος «δεν υπάρχει πια».
«Η Ρωσία έχει εκσυγχρονίσει περίπου το 95% των στρατηγικών πυρηνικών δυνάμεών της, τουλάχιστον σύμφωνα με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η Μόσχα έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο περιφερειακό πυρηνικό οπλοστάσιο — οι ειδικοί εκτιμούν ότι διαθέτει περίπου 1.500 τακτικά όπλα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από ξηρά, αέρα και θάλασσα. Αυτά τα συστήματα δεν περιλαμβάνονται καθόλου στη συνθήκη NEW START. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, ο Πούτιν έχει επανειλημμένα επικαλεστεί πυρηνικές απειλές, εμπλέκοντας τη χώρα σε ένα τρομακτικό παιχνίδι εκβιασμού. Η πορεία της Κίνας μπορεί να είναι ακόμη πιο σημαντική. Όταν ο Σι Τζινπίνγκ ανέλαβε την εξουσία το 2012, η Κίνα διέθετε περίπου 240 πυρηνικές κεφαλές. Σήμερα διαθέτει περισσότερες από 600 και σύμφωνα με εκτιμήσεις των ΗΠΑ, είναι σε καλό δρόμο να φτάσει τις 1.000 έως το 2030. Η Κίνα διαθέτει μια πλήρη πυρηνική τριάδα — πυραύλους εδάφους, υποβρύχια με βαλλιστικούς πυραύλους και όπλα που εκτοξεύονται από τον αέρα — και κινείται προς πιο συχνά επίπεδα υψηλής επιφυλακής, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας “εκτόξευσης κατά προειδοποίηση”: εκτόξευση ενώ οι πύραυλοι του αντιπάλου βρίσκονται ακόμα στον αέρα», προσθέτει.
Μια έκθεση του Πενταγώνου που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο ανέφερε ότι η Κίνα διαθέτει λίγο πάνω από 600 πυρηνικές κεφαλές και ότι, ενώ η παραγωγή επιβραδύνθηκε κατά το παρελθόν έτος, παραμένει σε καλό δρόμο για να φτάσει τις 1.000 έως το 2030. Συγκριτικά, το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας διαθέτει περίπου 4.300 κεφαλές, ενώ των ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 3.700, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια αξιολόγηση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης.
Ο παράγοντας Κίνα
Η Κίνα είναι και ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Λευκός Οίκος είναι επιφυλακτικός ως προς την παράταση της NEW START, καθώς δεν περιορίζει το Πεκίνο, το οποίο διαθέτει ένα πολύ μικρότερο αλλά ταχέως αναπτυσσόμενο οπλοστάσιο.
«Προφανώς, ο πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές στο παρελθόν ότι για να υπάρξει πραγματικός έλεγχος των όπλων στον 21ο αιώνα, είναι αδύνατο να γίνει κάτι που δεν περιλαμβάνει την Κίνα, λόγω του τεράστιου και ταχέως αυξανόμενου οπλοστασίου της», επανέλαβε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο την Τετάρτη.
Το Πεκίνο δεν έχει δείξει κανένα ενδιαφέρον να συμμετάσχει σε μια συνθήκη που θα περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και δεν έχει κανένα σαφές κίνητρο να το πράξει, ενώ ιστορικά έχει αρνηθεί να προσχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι το οπλοστάσιό του παραμένει πολύ μικρότερο από αυτό των ΗΠΑ και της Ρωσίας και ότι δεν θα συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις έως ότου το απόθεμά του προσεγγίσει ισότιμα άλλες μεγάλες δυνάμεις. Ωστόσο, έχει δηλώσει δημοσίως ότι τηρεί εθελοντική αναστολή των δοκιμών στο πλαίσιο της Συνθήκης για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (CTBT), την οποία υπέγραψε το 1996 αλλά δεν επικύρωσε ποτέ.
Οι προσπάθειες για την ένταξη της Κίνας σε μια νέα συμφωνία θα περιπλέκονται από την σχεδόν πλήρη παύση του διαλόγου για τα πυρηνικά μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου τα τελευταία χρόνια, ο οποίος έχει επανειλημμένα εκτροχιαστεί από ευρύτερες εντάσεις. Το 2024, η Κίνα ανέστειλε δημοσίως τις συζητήσεις για τα πυρηνικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αντίδραση στις πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ στην Ταϊβάν.
Σύμφωνα με τον Ζακάρια «η κυβέρνηση Μπάιντεν προσπάθησε να επιβραδύνει αυτή την κλιμάκωση μέσω του διαλόγου, πιέζοντας το Πεκίνο να συμμετάσχει σε συζητήσεις για τα πυρηνικά όπλα. Η απάντηση ήταν κατηγορηματική. Η Κίνα θα συζητούσε σοβαρά μόνο όταν το οπλοστάσιό της θα ήταν πιο κοντά σε αυτό των ΗΠΑ και της Ρωσίας».
Ορισμένοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι ο τριμερής έλεγχος των όπλων δεν θα λειτουργήσει, δεδομένης της ανισότητας στα τρέχοντα οπλοστάσια, αλλά ότι ενδέχεται να είναι δυνατές διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στο μέλλον.
«Η Ουάσιγκτον ασκεί αυξανόμενη πίεση στο Πεκίνο να διευκρινίσει και να περιορίσει την ιστορική πυρηνική του ενίσχυση, η οποία αποτελεί τον κύριο παράγοντα που οδήγησε την απόφαση των ΗΠΑ να αφήσουν τη συνθήκη NEW START να λήξει και να ανακτήσουν την επιλογή να ενισχύσουν τις δυνατότητες των ΗΠΑ», δήλωσε ο Τονγκ Ζάο, εμπειρογνώμονας για το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Κίνας στο Carnegie Endowment for International Peace, ένα think tank με έδρα την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ κατηγορούν ανοιχτά το Πεκίνο για πυρηνικές δοκιμές
Μάλιστα, χθες, Παρασκευή (6/2), κατηγόρησαν το Πεκίνο από τα πλέον επίσημα χείλη αυτά του υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ για τον Έλεγχο των Όπλων και τη Διεθνή Ασφάλεια, Τόμας ΝτιΝάνο για πυρηνικές δοκιμές.
Ειδικότερα, ο ΝτιΝάνο σε δηλώσεις του κατά τη Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό στη Γενεύη, ανέφερε πως: «Σήμερα, μπορώ να αποκαλύψω ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ γνωρίζει ότι η Κίνα έχει πραγματοποιήσει δοκιμές πυρηνικών εκρηκτικών…Η Κίνα πραγματοποίησε μια τέτοια δοκιμή με παραγωγή ισχύος στις 22 Ιουνίου 2020».
Όπως είπε ο ΝτιΝανο η Κίνα πραγματοποίησε «προετοιμασίες για δοκιμές με καθορισμένες αποδόσεις εκατοντάδων τόνων». Προσέθεσε δε ότι ο κινεζικός στρατός «επιδίωξε να αποκρύψει τις δοκιμές συγκαλύπτοντας τις πυρηνικές εκρήξεις, διότι αναγνώρισε ότι αυτές οι δοκιμές παραβιάζουν τις δεσμεύσεις απαγόρευσης των δοκιμών. Η Κίνα χρησιμοποίησε την “αποσύζευξη”, μια μέθοδο για τη μείωση της αποτελεσματικότητας της παρακολούθησης της σεισμικής δραστηριότητας, προκειμένου να αποκρύψει τις δραστηριότητές της από τον κόσμο», προσέθεσε.
Ο ΝτιΝάνο ανέφερε ακόμα ότι η Ρωσία βοηθά το Πεκίνο στην ανάπτυξη του σχάσιμου υλικού πολεμικής χρήσης που απαιτείται για την τροφοδοσία του πυρηνικού οπλοστασίου του.
«Οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της Ρωσίας, η αύξηση των παγκόσμιων αποθεμάτων και τα ελαττώματα στο σχεδιασμό και την εφαρμογή της νέας συνθήκης START δίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες μια σαφή επιταγή να ζητήσουν μια νέα αρχιτεκτονική που θα αντιμετωπίζει τις απειλές του σήμερα, όχι εκείνες μιας περασμένης εποχής», δήλωσε ακόμα ο ΝτιΝάνο, ο οποίος υποστήριξε ότι οι «περιορισμοί» που επιβλήθηκαν στις ΗΠΑ στο πλαίσιο της μονομερούς αναστολής με τη Ρωσία είχαν τροφοδοτήσει την ταχεία αύξηση του οπλοστασίου της Κίνας.
Σημείωσε ότι η Ρωσία είχε δοκιμάσει με επιτυχία τον πύραυλο κρουζ 9M730 Burevestnik «Skyfall» και το μη επανδρωμένο υποβρύχιο όχημα Status-6 Poseidon «Doomsday» με πυρηνική επένδυση «τους τελευταίους μήνες». Ο ΝτιΝάνο δεν ανέλυσε τα στοιχεία που στηρίζουν τις εκτιμήσεις των ΗΠΑ σχετικά με τις φερόμενες δοκιμές της Κίνας και της Ρωσίας.
Ο ΝτιΝάνο δήλωσε ότι ο Λευκός Οίκος θα πιέσει για μια ευρύτερη συμφωνία που θα υπερβαίνει τη διμερή συμφωνία με τη Ρωσία, σηματοδοτώντας ότι η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει να εντάξει την Κίνα και άλλες πυρηνικές δυνάμεις στο πλαίσιο αυτό — αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η κατάρτιση μιας τέτοιας συμφωνίας θα είναι δύσκολη.
«Δεν μπορούμε να υποσχεθούμε ότι αυτή η διαδικασία θα είναι γρήγορη ή εύκολη», δήλωσε ο ΝτιΝάνο και προσέθεσε πως: «Θα απαιτήσει τη συμμετοχή περισσότερων χωρών εκτός από τη Ρωσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».
«Η κατηγορία του ΝτιΝάνο ότι η Κίνα διεξάγει πυρηνικές δοκιμές — και χρησιμοποιεί τεχνικές για να τις αποκρύψει — είναι άνευ προηγουμένου συγκεκριμένη και καθιστά δύσκολο για το Πεκίνο να αποφύγει τις εκκλήσεις για διευκρινίσεις», ανέφερε ακόμα ο Ζάο. «Η κύρια ανησυχία της Ουάσιγκτον δεν είναι πλέον η Ρωσία… Αντίθετα, το Πεκίνο θεωρείται ότι έχει τόσο την ικανότητα όσο και τη βούληση να αμφισβητήσει την στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ», προσέθεσε.
Πρώτη δημόσια τοποθέτηση από αξιωματούχους των ΗΠΑ
Οι κατηγορίες του ΝτιΝάνο σηματοδοτούν την πρώτη δημόσια τοποθέτηση των ΗΠΑ ότι το Πεκίνο πραγματοποίησε μια συγκεκριμένη δοκιμή. Εκθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Πενταγώνου είχαν προηγουμένως αναφέρει ότι είναι πιθανό η Κίνα να έχει πραγματοποιήσει πυρηνικές δοκιμές χαμηλής απόδοσης στη μυστική εγκατάσταση Λοπ Νουρ, τον τόπο της πρώτης δοκιμής ατομικής βόμβας το 1964. Η έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι η συνέχιση των εργασιών στην περιοχή το 2020, σε συνδυασμό με την «έλλειψη διαφάνειας από την πλευρά της Κίνας όσον αφορά τις πυρηνικές δοκιμές της», είχε προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με την τήρηση του «προτύπου μηδενικής απόδοσης» των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους.
Οι δοκιμές μηδενικής απόδοσης δεν παράγουν αυτοσυντηρούμενη πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση και, ως εκ τούτου, δεν έχουν μετρήσιμη πυρηνική εκρηκτική απόδοση. Οι πυρηνικές δοκιμές χαμηλής απόδοσης — οι οποίες εξακολουθούν να απαγορεύονται βάσει της CTBT — παράγουν σχετικά μικρή εκρηκτική ισχύ, η οποία είναι συχνά πιο δύσκολο να ανιχνευθεί, ενώ οι δοκιμές υψηλής απόδοσης παράγουν πολύ μεγαλύτερες εκρήξεις με σκοπό την επικύρωση της πλήρους ικανότητας των πυρηνικών κεφαλών.
Δύο άτομα που είναι εξοικειωμένα με την παρακολούθηση των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Κίνας από την αμερικανική κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων και ένας αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δήλωσαν στην Washington Post ότι η ισχυρισμός του ΝτιΝάνο σχετικά με μια δοκιμή το 2020 πιθανότατα αναφέρεται σε εσωτερικές εκθέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης για δραστηριότητα χαμηλής απόδοσης στη Λοπ Νουρ, οι οποίες κυκλοφόρησαν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο εκείνη τη χρονιά. Και οι δύο μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας του θέματος.

«Υπήρχε υποψία ότι η Κίνα είχε πραγματοποιήσει πυρηνική δοκιμή στην περιοχή του τούνελ γύρω στο 2020, πιθανώς τουλάχιστον προετοιμασία πολύ χαμηλής απόδοσης», δήλωσε ο Ρένι Μπάμπιαρζ, αντιπρόεδρος της AllSource Analysis, ο οποίος πραγματοποιεί τακτικές αναλύσεις για την εγκατάσταση του Λοπ Νουρ.
Πρόσφατη ανάλυση δορυφορικών εικόνων από την ομάδα του Μπάμπιαρζ δείχνει ότι η περιοχή Λοπ Νουρ συνέχισε να επεκτείνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, καθώς έχουν δημιουργηθεί νέες σήραγγες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διεξαγωγή δοκιμών χαμηλής απόδοσης, καθώς και μεγαλύτερων σκαφτικών εργασιών που ενδέχεται να αποτελούν προετοιμασίες για πυρηνικές εκρήξεις υψηλότερης απόδοσης.
Η ανάλυση κυβερνητικών εγγράφων και δορυφορικών εικόνων δείχνει ότι οι βασικές εγκαταστάσεις που υποστηρίζουν το πυρηνικό πρόγραμμα της Κίνας επεκτείνονται ραγδαία στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατιωτικής ενίσχυσης. Αυτό περιλαμβάνει μια ριζική αναμόρφωση ενός δικτύου απόρρητων εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή εξαρτημάτων πυρηνικών κεφαλών, συμπεριλαμβανομένων πυρήνων πλουτωνίου και εκρηκτικών υψηλής ισχύος που χρησιμοποιούνται για την πυροδότηση πυρηνικών εκρήξεων.
«Οι κούρσες εξοπλισμών είναι επικίνδυνες»
Σύμφωνα με τον Ζακάρια οδεύουμε προς έναν «τριμερή πυρηνικό ανταγωνισμό, πολύ πιο περίπλοκο από τη διπολική αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου». Όπως σημειώνει «η αποτροπή γίνεται πιο εύθραυστη καθώς το σύστημα γίνεται πιο περίπλοκο. Ένας διπολικός πυρηνικός κόσμος ήταν επικίνδυνος αλλά κατανοητός. Ένας τριπολικός — ή πολυπολικός — δεν είναι. Η Ρωσία και η Κίνα συνεργάζονται πιο στενά, ανταλλάσσουν τεχνολογία και διεξάγουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, στις οποίες μερικές φορές συμμετέχουν δυνάμεις με πυρηνική ικανότητα. Μια δικομματική Επιτροπή Στρατηγικής Θέσης των ΗΠΑ προειδοποίησε το 2023 για τον κίνδυνο “ευκαιριακής επιθετικότητας” ή ακόμη και συντονισμένης πίεσης σε πολλαπλά θέατρα. Οι αμερικανικές πυρηνικές δυνάμεις, σχεδιασμένες για μια σε μεγάλο βαθμό διμερή αντιπαλότητα, δεν προορίζονταν να αποτρέψουν ταυτόχρονα δύο ισότιμους αντιπάλους».
«Οι κούρσες εξοπλισμών είναι επικίνδυνες. Οι αριθμοί αυξάνονται. Οι δοξασίες θολώνουν. Ο κίνδυνος λανθασμένων υπολογισμών αυξάνεται — όχι μόνο στον πόλεμο, αλλά και σε κρίσεις, ασκήσεις ή στιγμές πανικού. Τα σύγχρονα πυρηνικά συστήματα είναι όλο και πιο συνυφασμένα με δίκτυα κυβερνοχώρου, αισθητήρες διαστημικής τεχνολογίας και συμπιεσμένους χρόνους λήψης αποφάσεων. Ένας ψευδής συναγερμός ή ένα λανθασμένα ερμηνευμένο σήμα μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στο παρελθόν. Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στις μεγάλες δυνάμεις. Σύμφωνα με την εφημερίδα New York Times, περίπου 40 χώρες διαθέτουν τις τεχνικές δεξιότητες για την παραγωγή πυρηνικών όπλων. Για δεκαετίες, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων βασιζόταν σε μια συμφωνία: οι περισσότερες χώρες θα παραιτούνταν από τα πυρηνικά όπλα σε αντάλλαγμα για εγγυήσεις ασφάλειας και την υπόσχεση ότι οι πυρηνικές χώρες θα διαχειρίζονταν τα οπλοστάσιά τους με υπευθυνότητα. Και οι δύο πυλώνες βρίσκονται τώρα υπό πίεση», προσθέτει.
«Καθώς αυξάνονται οι αμφιβολίες για την προθυμία των ΗΠΑ να προστατεύουν με συνέπεια τους συμμάχους τους, ορισμένοι επανεξετάζουν σιωπηλά τις επιλογές τους. Στη Νότια Κορέα, η συζήτηση για την απόκτηση ανεξάρτητου πυρηνικού αποτρεπτικού μέσου έχει μετακινηθεί από το περιθώριο στο προσκήνιο. Στην Ιαπωνία, συζητήσεις που κάποτε ήταν αδιανόητες γίνονται τώρα ψιθυριστά μεταξύ όσων χαράσσουν τη στρατηγική. Αν τέτοιες κινήσεις ξεκινήσουν στη βορειοανατολική Ασία, δεν θα τελειώσουν εκεί», αναφέρει ακόμα και καταλήγει:
«Απομακρυνόμαστε από την ελεγχόμενη αποτροπή προς τον ανταγωνιστικό επανεξοπλισμό, από τους περιορισμούς προς τη συσσώρευση, από την προβλεψιμότητα προς τον αυτοσχεδιασμό. Για δεκαετίες, ζούσαμε υπό τη σκιά των πιο ισχυρών όπλων στην ιστορία και μάθαμε, ατελώς, πώς να μην τα χρησιμοποιούμε. Αυτό το επίτευγμα είναι ορόσημο, αλλά μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστο και προσωρινό».
ertnews.gr








