Η Κύπρος έχει τις προϋποθέσεις να μπει στον διεθνή χάρτη παραγωγών. Ο CEO της Green Olive Films, εξηγεί τον τρόπο.
-Τι χρειάζεται προς αυτή την κατεύθυνση; Το γεγονός ότι η Κύπρος διαθέτει πλέον παραγωγική αξία, και έχει κάνει τα πρώτα της βήματα στον χρηματοοικονομικό τομέα αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο στάδιο, για να μπει στον διεθνή χάρτη. Αυτό που λείπει είναι μια ξεκάθαρη, μακροπρόθεσμη στρατηγική, ουσιαστική συνεργασία και σταθερή στήριξη του ιδιωτικού τομέα από τον δημόσιο. Και, πάνω απ’ όλα, στόχευση.
-Προς τα πού να υπάρξει στόχευση; Συχνά στη βιομηχανία βλέπουμε το Hollywood ως case study και λέμε «θέλουμε να γίνουμε έτσι». Εμείς δεν θέλουμε -ούτε χρειάζεται- να γίνουμε Hollywood. Θέλουμε να γίνουμε κάτι διαφορετικό. Πιστεύω ότι η Κύπρος έχει τα εφόδια να εξελιχθεί σε ένα production services hub: να παρέχει δηλαδή υπηρεσίες στην οπτικοακουστική βιομηχανία, τόσο στο scripted (σειρές, ταινίες, ντοκιμαντέρ) όσο και στο unscripted (TV reality shows) περιεχόμενο. Όταν αυτό επιτευχθεί, αρχίσουν να εισρέουν χρήματα στη χώρα και δημιουργηθεί μια σταθερή, μόνιμη ροή, τότε τα νέα ταλέντα – σκηνοθέτες, παραγωγοί- θα καταλάβουν ότι ο χώρος αυτός μπορεί να τους προσφέρει ένα βιώσιμο επάγγελμα. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για το να «βρούμε τον επόμενο Λάνθιμο» και να πούμε ότι έχουμε βιομηχανία. Πρέπει πρώτα να χτίσουμε τη βιομηχανία, ώστε μέσα από αυτή να μπορέσει να αναδειχθεί ο επόμενος «Λάνθιμος».
-Είναι εφικτό αυτό το μοντέλο για την Κύπρο; Ναι, είναι απολύτως εφικτό. Υπάρχουν ήδη τα απαραίτητα κίνητρα. Το cash rebate, μέσω του προγράμματος Film in Cyprus, προσφέρει επιστροφή έως και 45% επί των επιλέξιμων δαπανών που πραγματοποιούνται στην Κύπρο. Μάλιστα, το ετήσιο κονδύλι φτάνει τα 25 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία δεν απορροφούνται στο σύνολό τους — δίνεται τελικά μικρότερο ποσό. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται ενεργή προσπάθεια και στρατηγική. Εμείς, ως παραγωγοί, αλλά σε στενή συνεργασία με το κράτος, οφείλουμε να βγούμε προς τα έξω, να στοχεύσουμε σωστά και να φέρουμε δουλειές στη χώρα. Ο τρόπος που χτίζεται αυτός ο μηχανισμός είναι, σε μεγάλο βαθμό, από στόμα σε στόμα. Τι εμπειρία είχαν οι παραγωγές που ήρθαν στην Κύπρο; Πήραν τα χρήματά τους; Σε πόσο χρόνο; Ήταν ομαλή η διαδικασία; Αν οι απαντήσεις είναι θετικές, τότε ακολουθούν κι άλλοι.
-Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για έναν επενδυτή; Σημαίνει ότι ο επενδυτής πρέπει να ξέρει πώς και πού επενδύει. Αν δεν έχει απέναντί του κάποιον να του μιλήσει με νούμερα, θα ακούσει μόνο το όραμα. Το όραμα είναι σημαντικό, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να μπορεί να αξιολογήσει αν ένας σκηνοθέτης είναι bankable, αν οι ηθοποιοί είναι bankable, αν η εταιρεία παραγωγής και οι διαδικασίες προσφέρουν ασφάλεια ότι τα χρήματα που επενδύονται θα επιστρέψουν. Και εδώ δεν μιλάμε για εξαιρέσεις. Μιλάμε για τον κανόνα. Για να φτιάξεις πραγματική βιομηχανία, δεν αρκεί να υπάρξει ένας/μια ταλαντούχος/α σκηνοθέτης που θα κάνει μία καλή ταινία. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί απόδειξη βιομηχανίας. Η επιβεβαίωση έρχεται όταν αρχίζουν να παράγονται πολλά projects, όταν η Κύπρος παρέχει σταθερά ποιοτικές υπηρεσίες παραγωγής και οι διεθνείς παραγωγές συνεχίζουν να επιστρέφουν.
-Σε σχέση με τους Κύπριους δημιουργούς, ποια είναι η δική σας προσέγγιση; Προσπαθούμε ενεργά να τους στηρίζουμε, εντάσσοντάς τους είτε στα δικά μας projects είτε σε παραγωγές που υλοποιούμε. Στόχος μας είναι να τους δώσουμε τη δυνατότητα να εξελιχθούν μέσα σε ένα δομημένο πλαίσιο και όχι άναρχα, ώστε να μπορέσουν πραγματικά να αναπτύξουν το ταλέντο τους. Μέρος της δουλειάς μας είναι και ο ειλικρινής διάλογος και η εκπαίδευση. Κάποιες φορές πρέπει να πούμε σε έναν δημιουργό ότι αυτό που έχει στο μυαλό του, έτσι όπως το φαντάζεται, δεν μπορεί να γίνει. Αν όμως αλλάξει συγκεκριμένα πράγματα, τότε οι πιθανότητες να υλοποιηθεί αυξάνονται. Χρειάζεται ένα είδος «reality check» από όλους μας για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Αυτό θεωρώ πως είναι το πιο σημαντικό.
-Η Κύπρος ήταν εξαρχής η αφετηρία σας ή προηγήθηκε η Ελλάδα; Η Κύπρος ήταν η αφετηρία. Όμως γύρω στο 2000–2001 ένιωσα προσωπικά ότι είχα φτάσει σε ένα ταβάνι. Θυμάμαι να πηγαίνω στις Κάννες και να μιλάω για την Κύπρο και να αντιμετωπίζω ερωτήσεις του τύπου: «είναι ελληνικό νησί;», «είναι τουρκική;», «έχετε κάμερες;». Ήταν πολύ δύσκολο να προωθήσεις τη χώρα στο εξωτερικό. Η Ελλάδα, αντίθετα, ήταν πιο εύκολη ως brand. Είχε ιστορία και αναγνωρισιμότητα. Παρότι υπήρχαν -και υπάρχουν- ζητήματα γραφειοκρατίας, σου έδινε άλλες δυνατότητες στο κομμάτι των production services.
-Σε ποια φάση βρίσκεστε αυτή την περίοδο; Συνεχίζουμε σταθερά να φέρνουμε δουλειές στην Κύπρο, κυρίως στο επίπεδο της παροχής υπηρεσιών παραγωγής. Έχουμε φέρει, για παράδειγμα, δύο αγγλικές σειρές, καθώς και αρκετά reality shows. Παράλληλα, δραστηριοποιούμαστε έντονα και στην Ελλάδα. Εκεί υλοποιήσαμε την ταινία μικρού μήκους του Charlie Kaufman, How to Shoot a Ghost, η οποία άνοιξε στο Φεστιβάλ Βενετίας, ταξίδεψε σε πολλά διεθνή φεστιβάλ. Ένα από τα projects που ολοκληρώσαμε είναι μια συμπαραγωγή με την ΕΡΤ για τη νέα, πενταετή ανασκαφική περίοδο στην Κέρο. Έχουμε ήδη υπογράψει το πρώτο ντοκιμαντέρ για την Κέρο για το National Geographic το 2019, κερδίζοντας διεθνή διαγωνισμό. Στο νέο αυτό -συμμετοχικό- ντοκιμαντέρ, εκπαιδεύσαμε αρχαιολόγους, τους εξοπλίσαμε με κάμερες και μικρόφωνα και κατέγραψαν οι ίδιοι την ανασκαφή τη στιγμή που συμβαίνει. Στόχος είναι η ολοκλήρωσή του έως τον Μάρτιο και η διάθεσή του και στο εξωτερικό.
-Είστε σκηνοθέτης. Όταν ξεκινούσατε, ήταν αυτό το όραμά σας; Ήθελα να φτιάχνω ταινίες και σειρές για την παγκόσμια αγορά. Συνειδητά, όμως, δεν ήθελα να ακολουθήσω το μοντέλο του καλλιτέχνη που κάνει μία ταινία κάθε τρία χρόνια και ψάχνει συνεχώς χρηματοδότηση. Δεν πίστεψα ποτέ σε αυτό. Για μένα, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση είναι βιομηχανία. Πρέπει να γνωρίζεις καλά την παραγωγή, το χρηματοοικονομικό οικοσύστημα, αλλά και τη δημιουργική διαδικασία. Να μπορείς να διαβάσεις ένα σενάριο, να καταλάβεις αν έχει δυνατότητες, να αντιληφθείς αν ένας σκηνοθέτης ή δημιουργός μπορεί να προχωρήσει. Όλα αυτά πρέπει να συνυπάρχουν για να δημιουργηθεί ένα βιώσιμο αποτέλεσμα. Όταν κάποιος βλέπει μόνο την καλλιτεχνική πλευρά, είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί τις νομικές, οικονομικές και πρακτικές παραμέτρους.
-Δεν θεωρείτε τον κινηματογράφο τέχνη; Ίσως ο art house κινηματογράφος να είναι πιο κοντά σε αυτό που αντιλαμβάνομαι ως τέχνη.Ο mainstream Ευρωπαϊκός, Αμερικανικός, Ασιατικός κινηματογράφος, είναι μια μορφή έκφρασης που γεννιέται από τη δημιουργικότητα και το προσωπικό όραμα. Όμως, ταυτόχρονα, είναι και βιομηχανία. Η τέχνη από μόνη της δεν αναιρεί την ανάγκη για δομή, κανόνες και οικονομική βιωσιμότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το Hollywood χτίστηκε με δημιουργικότητα, με balance sheets και με profit & loss. Εκεί βρίσκεται και η ουσία: η δημιουργική ελευθερία να συνυπάρχει με τη γνώση της παραγωγής και του χρηματοοικονομικού πλαισίου. Δεν μπορώ να πάω σε έναν επενδυτή και να του ζητήσω χρήματα λέγοντάς του απλώς ότι «αυτός είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης» ή ότι «το σενάριο είναι καταπληκτικό». Αν κάποιος μου πει «θα σου δώσω 200.000 ή μισό εκατομμύριο», δεν μπορώ να απαντήσω «ωραία, δεν θέλω καμία απαίτηση από εσένα». Δεν λειτουργεί έτσι.
-Άρα μιλάμε ξεκάθαρα για μια βιομηχανία με κανόνες; Αν θέλεις να πετύχεις, ναι — υπάρχουν κανόνες, όροι και διαδικασίες. Και θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή, ως σύνολο, η Κύπρος βρίσκεται σε καλό σημείο. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι κράτος με στρατηγική σκέψη και έναν ουσιαστικό διάλογο με τον ιδιωτικό τομέα, με ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο. Πρέπει να δούμε ρεαλιστικά πού πάμε. Είναι σημαντικό να λέμε ξεκάθαρα τι είδους projects θέλουμε και τι μεγέθους παραγωγές μπορούμε να υποστηρίξουμε. Η Κύπρος, για παράδειγμα, δεν είναι ακόμη έτοιμη να φιλοξενήσει ένα project των 20 ή 30 εκατομμυρίων ευρώ.
-Η επιλογή της ταινίας Find Me Falling, στην οποία η εταιρεία σας ανέλαβε την παραγωγή, εντάσσεται σε αυτή τη λογική; Απολύτως. Πιστεύουμε ότι σήμερα υπάρχει υπερβολική βία και ένταση — όχι μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στα social media. Βλέπουμε διεθνώς μια ξεκάθαρη τάση προς πιο «comfort» περιεχόμενο. Πρόκειται για ιστορίες που δεν απαιτούν κάτι ιδιαίτερο από τον θεατή. Αφήνεσαι, νιώθεις ασφάλεια. Δεν λέω ότι το crime ή το action θα εξαφανιστούν — υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Αλλά η υπερβολική έκθεση στη βία και στην ένταση μάς έχει κουράσει.
-Τι είναι αυτό που κοιτάζετε τελικά σε μια ιστορία; Μια ιστορία μπορεί να ειπωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Πάνω απ’ όλα είναι το σενάριο. Μετά οι χαρακτήρες: αν έχουν βάθος, αν είναι πιστευτοί. Μας ενδιαφέρουν ιστορίες με τοπικό πρόσημο αλλά διεθνή προσανατολισμό. Ιστορίες που μπορεί να γεννήθηκαν στην Κύπρο, αλλά μπορούν να αγγίξουν οποιονδήποτε, οπουδήποτε στον κόσμο. Το Find Me Falling για παράδειγμα, το πέτυχε αυτό. Τσέκαρε πολλά «κουτάκια»: μια δυνατή rom-com, comfort περιεχόμενο, χωρίς αιχμές και περιττό δράμα. Και αυτό, σήμερα, έχει τεράστια αξία.


