Σταύρος Χριστοδούλου, « Έξι λεπτά ακόμα». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025
Το “Έξι λεπτά ακόμα” γεννήθηκε από μιαν ανάμνηση που κουβαλώ μέσα μου κοντά είκοσι πέντε χρόνια τώρα: την εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας, να κάθεται σε ένα καφέ του Κολονακίου, σιωπηλή και ακίνητη, φορώντας μαύρα γυαλιά ηλίου. Τότε, αναρωτιόμουν: “Tι να σκέφτεται άραγε, ενώ βρίσκεται βυθισμένη στον κόσμο της;”». Αλλά και αν δεν υπήρχε το έναυσμα της υπαρκτής πηγής έμπνευσης, όπως το μοιράζεται μαζί μας ο Σταύρος Χριστοδούλου στο Σημείωμά του, που με γραμματολογικές επεξηγήσεις επιτάσσεται του μυθιστορήματος, του τέταρτου της καταξιωμένης συγκομιδής του στο εξόχως απαιτητικό είδος της λογοτεχνικής γραφής, είναι βέβαιο ότι το πηγαίο συγγραφικό δαιμόνιο της ευφάνταστης ευρηματικότητάς του θα πυροδοτούσε το μυθοπλαστικό νήμα της παρούσας αριστοτεχνικής πλοκής.
Κεντρική του ηρωίδα μια ηθοποιός στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ήτοι λίγα χρόνια μετά την έναρξη της λεγόμενης «Χρυσής Εποχής» του Ελληνικού Κινηματογράφου (1955-1973), η πολυκύμαντη ιστορία της οποίας θα μπορούσε να αποτελέσει το καλοστημένο σενάριο ενδιαφέρουσας τηλεοπτικής σειράς. Αυτή την αίσθηση της υποβλητικής παραστατικότητας και της σκηνικής θέασης αποκομίζει ο αναγνώστης, καθηλωμένος απνευστί στις 229 πυρετώδεις σελίδες του βιβλίου, που συγκροτεί η εκφραστική δεινότητα της γοητευτικής ρέουσας αφήγησης και της εύληπτης χαρακτηρολογικής ψυχογραφίας. Τα περιπετειώδη δρώμενα της εναλλασσόμενης σκηνογραφίας μεταξύ της Ελλαδικής και της Ιταλικής πρωτεύουσας δεν αναδεικνύουν μόνο τη σύγκριση μεταξύ της κοσμοπολίτικης κινηματογραφούπολης και της κατά πολύ μικρότερου βεληνεκούς κινηματογραφίας, όπως και τις σημαντικές πτυχές της ιστορίας της Ελληνικής παραστασιακής δραματουργίας, αναβιώνοντας μνημειώδη έργα, εμβληματικές μορφές και διακεκριμένους συντελεστές της. Αποτυπώνουν, κυρίως, συνθήκες του μικροαστικού οικογενειακού βίου, ήθη και νοοτροπίες ανθρώπων της συντηρητικής Αθηναϊκής κοινωνίας τη μεταβατική εκείνη περίοδο, που έμφορτα μεταφέρει τα βιωματικά τραύματα του Μικρασιατικού προσφυγισμού και της Γερμανικής Κατοχής στη μετεμφυλιακή Ελλάδα παραμονές της άλλης μεγάλης πληγής, της χουντικής επταετίας.
Η προβολή της μυθιστορηματικής συνέχειας μέχρι τους σημερινούς καιρούς υπό την πολυεστιακή οπτική μιας αληθοφανούς πειστικής πραγματικότητας εντείνει την εξελικτική κορύφωση της δράσης, διευρύνοντας τη χρονική έκταση των γεγονότων και εμβαθύνοντας μέσα από φωτοσκιάσεις αναδρομικών συνειρμών στην επεισοδιακή πορεία μιας απρόσμενης επώδυνης έκβασης με προδιαγραφές αστυνομικού θρίλερ, που επιχωριάζουν στα μυθιστορήματα του Χριστοδούλου. Εμφατικό το τωρινό μήνυμα στις προεκτάσεις των πολυεδρικών εκδοχών και των απομυθοποιητικών τους εκφάνσεων: από το επίδοξο θεατρικό σανίδι και τον κινηματογραφικό προβολέα των λαμπρότερων ή διαττόντων αστέρων στο θέατρο της ζωής, των υπαρξιακών αναζητήσεων και των συγκυριακών επιλογών, των κατακτήσεων και των ματαιώσεων έως το αναπόδραστο τέλος, κατά τη Σαιξπηρική αποφθεγματική ταυτολογία «όλος ο κόσμος μια σκηνή».
Πολλαπλοί οι τρόποι της δομικής συνάρθρωσης, ενδεικτικό επίσης γνώρισμα επινοητικής μέθεξης στην απόδοση των συμφραζομένων πληθωρικών σημάνσεων με τα σημαίνοντα ενός μορφολογικού φάσματος. Προτάσσεται, κατ’ αρχήν, η δημοσιογραφική είδηση του ανεξιχνίαστου εισέτι θανάτου της 87χρονης ηθοποιού και παρατίθενται οι κομβικοί σταθμοί της αποσπασματικής της σταδιοδρομίας εν είδει επαγγελματικού βιογραφικού. Προϊδεασμός που δεν αποδυναμώνει, αλλά απεναντίας εξάπτει την αναγνωστική περιέργεια, τοσούτω μάλλον όταν πρόκειται για ηθοποιούς, τις δαιδαλώδεις καμπές, τις δύσκαμπτες διαδρομές της ζωής και τα ακριβή αίτια της κατάληξής τους. Οι ενδοσκοπικοί μονόλογοι του απολογισμού της Μαρίας Σαντά στα «Έξι λεπτά ακόμα» επιστεγάζονται από τους προσδιοριστικούς τίτλους ώρας και χωροχρόνου των αντίστοιχων κεφαλαίων, τουτέστιν από τις 16:32΄ μέχρι τις 16:37΄ της 8ης Σεπτεμβρίου 2023 στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου βρέθηκε νεκρή.
Στα αφηγηματικά εκτενέστερα μέρη ζωντανεύουν σκηνές και στιγμιότυπα στην Αθήνα των δύσκολων εφηβικών και νεανικών της χρόνων λόγω της απορριπτικής αντίδρασης του πατέρα της να γίνει «αρτίστα», του πρωταγωνιστικού ρόλου στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο, του κεραυνοβόλου έρωτα με τον πλούσιο Ιταλό έμπορο κοσμημάτων και του πολυτελούς έγγαμου βίου της στη Ρώμη, των αποτυχημένων προσπαθειών να πραγματοποιήσει τον στόχο της σε υπερπαραγωγές της Τσινετσιτά και του επαναπατρισμού της μετά τις απογοητεύσεις και τον θάνατο του συζύγου της. Αμετάκλητη η απόφασή της να ζήσει απομονωμένη στο διαμέρισμά της στο Κολωνάκι, επιζητώντας μόνο την παρέα ενός νεαρού ταξιτζή ως θεατή των αυτοσχέδιων φαντασιακών της παραστάσεων υποδυόμενη ανεκπλήρωτους επί σκηνής ρόλους του κλασικού δραματολογίου.
Η μυθιστορηματική πρωτοπρόσωπη είτε τριτοπρόσωπη αφήγηση στη συνεκτική της ροή ευστόχως επιτυγχάνεται μέσα από κατατοπιστικές αναδιηγήσεις αισθαντικής προφορικότητας, την αμεσότητα ζωηρών διαλόγων και παρένθετων συνομιλιών, τη συμπερίληψη της εγκιβωτισμένης εκτενούς ιστορίας τής μελό ταινίας, όπου πρωταγωνίστησε η νεαρή Μαρία αποφοιτώντας από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τις επιστολές των περιγραφικών της συναισθημάτων από τη Ρώμη στην αγαπημένη της θεία, ονομαστή μοδίστρα του Εθνικού, και από την Αθήνα στην πιστή της φίλη στη Ρώμη. Αξιόλογες, επί πλέον, οι αναφορές, που αποπνέουν τη νοσταλγική ατμόσφαιρα της εποχής με τον τότε θεατρικό και εικαστικό κόσμο των ιερών τεράτων στο πολιτισμικό προσκήνιο, όπως την Παξινού, την Κυβέλη, τον Μινωτή και τον Ροντήρη, που εγκαινίασε τον θεσμό του Φεστιβάλ Επιδαύρου με τον Αλεξανδράκη στον ρόλο του Ιππόλυτου, καθώς και τον πρωτοποριακό ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου, ο οποίος φιλοτεχνεί εδώ το «άτιτλο» πορτραίτο της Μαρίας Σαντά ή με την παρονομασία «Santa Maria», όπως τιτλοφορήθηκε αργότερα πρωτοσέλιδό της σε Ιταλικό περιοδικό. Την εξωτερική σκηνογραφία χαρτογραφούν πολυσύχναστοι δρόμοι, γραφικές τοποθεσίες και δρομολόγια κοντινών έως μακρινότερων αποστάσεων, ιστορικά δημόσια κτήρια, παλιά ζαχαροπλαστεία και κοσμικά εστιατόρια στις δύο εν λόγω πρωτεύουσες, μια αξιοθαύμαστη επιτόπια έρευνα του συγγραφέως-περιηγητή.
Πέραν όμως των όποιων ποικιλότροπων έντεχνων μέσων που συναρμόζουν τους δομικούς μυθιστορηματικούς άξονες, τον έμψυχο πυρήνα τους συνιστούν οι ζωντανοί χαρακτήρες, καθώς ο έμπειρος και βραβευμένος μυθιστοριογράφος ξέρει να πλάθει την εγγενή ουσία του ψυχισμού τους, των συμπεριφορικών εκδηλώσεων και των συγκρουσιακών τους σχέσεων σε μια γκρο πλαν πανοραμική ακτινογραφία. Ιδού η ετερόκλητη προσφυγική οικογένεια τής επί κυριολεξίας και μεταφοράς ηρωίδας: ο δοσίλογος της Κατοχής άξεστος μπακάλης πατέρας, η πειθήνια της τρομοκρατικής σιωπής μάνα της, στον αντίποδα η κοινωνική δίδυμη αδελφή της και η καλλιεργημένη εξαδέλφη, ο παλιός υποστηρικτικός συμπρωταγωνιστής σε αντίθεση με τον νεώτερο ιδιοτελή της υποχθόνιας εκδίκησης, ο δοτικός ερωτευμένος σύζυγος, η συμπονετική πιστή φίλη και ο συνταξιούχος αστυνόμος με τον ακατάπαυτο ζήλο της εξιχνίασης του σκοτεινού θανάτου της Μαρίας Σαντά. Της αδικαίωτης των θεατρικών της ονείρων, που παραλληλίζεται με την ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς στο «Γλυκό πουλί της νιότης». Ωστόσο, η δική του μένει ασυμβίβαστη ενάντια στη ματαίωσή τους, όπως και απέναντι στην ηλικιακή παρακμή. Εξ ου και πάνω από τη φθορά του χρόνου και την επιβουλή του θανάτου θα επιλέξει να παίξει τον τελευταίο της ρόλο, σκηνοθετώντας την οριστική απόσυρση στη σιωπή με την ανεπίστροφη φυγή της.
Ένα ακόμα συγγραφικό κατόρθωμα μυθιστορηματικής δημιουργίας με την προσωπική σφραγίδα του Σταύρου Χριστοδούλου.
Φιλελεύθερος 2.3.2026










