Τους στόχους τριετίας 2026–2028 παρουσίασε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου, Πανίκος Νικολάου και η εκτελεστική διευθύντρια διεύθυνσης οικονομικής διαχείρισης Ελίζα Λειβαδιώτου, σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα, μια μέρα μετά την ενημέρωση των επενδυτών.
Παρά το γεγονός ότι η παρουσίαση στην Αθήνα έγινε υπό το βάρος των αναταράξεων λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και τα απόνερα να φθάνουν στην Κύπρο, η διοίκηση τόνισε πως το επιχειρηματικό πλάνο δεν βασίστηκε σε υπεραισιόδοξες παραδοχές και δεν σχεδιάστηκε με ευνοϊκά σενάρια. Ανέφερε ότι η διοίκηση σχεδιάζει το πλάνο με συντηρητικό τρόπο και σημείωσε ότι λογική αυτή αποτυπώνεται τόσο στις προβλέψεις όσο και στην πορεία υλοποίησης του σχεδίου. Αναφέρθηκε ότι η Τράπεζα Κύπρου στοχεύει μερισματική πολιτική ως 90% για το 2026 και 100% για τα έτη 2027 και 2028, με τους κεφαλαιακούς δείκτες (CET1) να παραμένουν σταθερά πάνω από το 15% και την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) να κινείται σε επίπεδα mid-teens (ή και πάνω από 20% υπό προϋποθέσεις).
Όπως τονίστηκε, η ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος κινδύνου και έναν δείκτη κόστους – εσόδων που παραμένει κάτω από το 40%, καθιστούν την Τράπεζα ένα από τα πιο αμυντικά και ταυτόχρονα αποδοτικά τραπεζικά ιδρύματα στην Ευρώπη. Ο κ. Νικολάου επανέλαβε ότι η Τράπεζα Κύπρου περνά σε νέα τριετή φάση υψηλών αποδόσεων, με πολύ ισχυρή κεφαλαιακή θέση, επιθετική πολιτική διανομών (έως 100%), συντηρητική διαχείριση κινδύνου, επέκταση δανείων περίπου 4% ετησίως και ψηφιακή & τεχνολογική υπεροχή που λειτουργεί ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ακόμη και σε περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ρωτήθηκε αν η γεωπολιτική κρίση επηρεάζει το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας και ανέφερε ως παράδειγμα ότι τα δάνεια στον τουριστικό τομέα (περιλαμβάνεται και η εστίαση) τόσο σε Κύπρο όσο και Ελλάδα είναι περίπου €1,2 δις, και αυτοί οι πελάτες έχουν μετρητά πάνω από €400 εκατ. μετρητά υποδεικνύοντας ότι είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι από ποτέ.
Στο ευρύτερο περιβάλλον διεθνών αναταράξεων, σημείωσε ότι τα τελευταία χρόνια η κάθε κρίση δίνει τη σκυτάλη στην επόμενη και ότι, σε έναν βαθμό, αυτό συνιστά πλέον τη νέα κανονικότητα, τονίζοντας ότι κυπριακή οικονομία αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στην εποχή της πανδημίας, Covid, στον πόλεμο Ρωσία -Ουκρανία και στα γεγονότα της Μέσης Ανατολής. Υπέδειξε ότι σήμερα η οικονομία βρίσκεται σε συνθήκες πολύ χαμηλού ή σχεδόν μηδενικού πληθωρισμού, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται κοντά στο 50% και ότι καταγράφεται πλεόνασμα στον προϋπολογισμό. Όπως είπε, τα στοιχεία αυτά συνδέονται με μεγαλύτερη αντοχή απέναντι σε ενδεχόμενες κρίσεις.
Ο κ. Νικολάου αναφέρθηκε στο εξωτερικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιείται το συγκρότημα, σημειώνοντας ότι η Κύπρος είναι μικρή αγορά και ότι ο ανταγωνισμός αυξάνεται, τόσο από παραδοσιακούς παίκτες όσο και από νέους παίκτες που αξιοποιούν τεχνολογία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό το σημείο. Αναφέρθηκε επίσης στη δυνατότητα επιλεκτικών μικρών εξαγορών, σημειώνοντας ότι το πλεονάζον κεφάλαιο προσφέρει ευελιξία και ότι η τράπεζα έχει θέσει τρία βασικά κριτήρια, στρατηγική λογική, τομείς στους οποίους επιδιώκεται διαφοροποίηση ή να αφορούν επιλεγμένα χαρτοφυλάκια και εξαγορές που δεν θα επισκιάσουν την πολιτική μερίσματος.


