Ένας τίτλος για το μεταναστευτικό αρκεί. Μέσα σε λίγα λεπτά, τα σχόλια κατακλύζονται από λέξεις όπως: «Δημογραφική αλλοίωση», «εισβολή», «προδότες». Η είδηση παύει να είναι απλώς ενημέρωση. Μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή προειδοποίηση.
Στην Κύπρο, όπου ο δημόσιος διάλογος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ταυτότητα και την επιβίωση, η ρητορική της απειλής δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Το νέο στοιχείο είναι η ταχύτητα –και η έκταση– με την οποία ο φόβος διαχέεται σήμερα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατρέψει αυτές τις ανασφάλειες σε αφηγήματα που διαχωρίζουν την κοινωνία σε όσους «ανήκουν» και σε όσους παρουσιάζονται ως κίνδυνος.
Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Arenas», που ξεκίνησε το 2023, ερευνητές στην Κύπρο επιχειρούν να κατανοήσουν πώς συγκροτούνται αυτά τα αφηγήματα – και αν μπορεί να ανακοπεί η δυναμική τους. «Εστιάζουμε στα εξτρεμιστικά αφηγήματα, στον εντοπισμό τους και στην πρόληψή τους, ιδίως μέσα από την εκπαίδευση», εξηγεί η Φαμπιέν Μπαϊντέρ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Το ενδιαφέρον της ομάδας δεν περιορίζεται στη ρητορική μίσους με τη στενή νομική έννοια. Αφορά και τον λόγο που, χωρίς να καλεί ρητά σε βία, παρουσιάζει ορισμένες ομάδες ως απειλή. «Η ρητορική μίσους είναι σαφής: Δημόσια προτροπή σε μίσος ή βία κατά συγκεκριμένων κοινοτήτων», σημειώνει η Μπαϊντέρ, παραπέμποντας στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.
Τα εξτρεμιστικά αφηγήματα, όμως, κινούνται συχνά πιο κάτω από αυτό το νομικό όριο. Δεν περιλαμβάνουν απαραίτητα ευθείες εκκλήσεις σε βία. Αντίθετα, καλλιεργούν την εικόνα μιας κοινωνίας χωρισμένης σε ένα «νόμιμο εμείς» και στους επικίνδυνους «άλλους». Οι «άλλοι» παρουσιάζονται ως δημογραφική, πολιτισμική ή ηθική απειλή. «Αν δεν υπάρξει αντίλογος, η ρητορική μίσους κανονικοποιείται», προειδοποιεί η Μπαϊντέρ.
Στην κυπριακή περίπτωση, τέτοιου είδους λόγος δεν εμφανίζεται σε κενό. Αντλεί από ένα ιστορικό υπόβαθρο πολέμου και διαίρεσης. Το Κυπριακό λειτουργεί ήδη ως πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν εύκολα να ενταχθούν νέες ανησυχίες, εξηγεί. «Πρόκειται για μια οντότητα απέναντι σε μια άλλη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ομοιογένεια αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα», σημειώνει η Μπαϊντέρ.
Έτσι, η συζήτηση για τη μετανάστευση αποκτά συχνά υπαρξιακές διαστάσεις. Ο ερευνητής Αλέξανδρος Γρηγορίου αναφέρεται στις επαναλαμβανόμενες διατυπώσεις περί «ενορχηστρωμένου σχεδίου δημογραφικής αλλοίωσης της Κύπρου» – ρητορική που συναντάται και σε ευρύτερα ευρωπαϊκά λαϊκιστικά σχήματα.
Εκείνο που ξεχωρίζει, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν είναι τόσο η κλιμάκωση όσο η επανάληψη. Ανατρέχοντας σε υλικό που έχει συλλεγεί τα τελευταία χρόνια, η Μπαϊντέρ διαπιστώνει ότι η γλώσσα παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. «Είναι ακριβώς η ίδια όπως το 2017», σημειώνει. Ο φόβος, λοιπόν, δεν εκρήγνυται – κυκλοφορεί . Επανέρχεται. Σταθεροποιείται.
Η επιτάχυνση του λόγου
Τα εξτρεμιστικά αφηγήματα δεν είναι νέο φαινόμενο. Το καινοφανές είναι η ταχύτητα με την οποία διαδίδονται.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορίου περιγράφει πώς οι αντιδράσεις σε ένα γεγονός εξαπλώνονται «σαν πυρκαγιά». Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης περιορίζουν δραστικά την απόσταση ανάμεσα στο συμβάν και στην ερμηνεία του. Η αντίδραση γίνεται σχεδόν ταυτόχρονη με το γεγονός – και η ρητορική της απειλής διογκώνεται πριν ακόμη αναλυθεί η αρχική πληροφορία. Η ανωνυμία χαλαρώνει τους φραγμούς, σημειώνει. Σελίδες με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό αναπαράγουν παρόμοια σχήματα από πλατφόρμα σε πλατφόρμα, ενισχύοντας τη συνοχή και την επαναληπτικότητά τους. «Πρόκειται για προπαγάνδα», σημειώνει. Παράλληλα, η εποπτεία των ψηφιακών πλατφορμών έχει εξασθενήσει τα τελευταία χρόνια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αυτή η ρητορική βρίσκει πιο εύκολα χώρο στη δημόσια συζήτηση.
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς συνδέεται με αυξημένη ευαλωτότητα απέναντι σε ορισμένα εξτρεμιστικά σχήματα. Σε περιόδους κρίσης, η αμφισβήτηση απέναντι σε πολιτικούς, επιστήμονες ή θρησκευτικούς ηγέτες εντείνεται. Οι ερευνητές αποφεύγουν, πάντως, να ταυτίσουν την ένταση του διαδικτυακού λόγου με την καθημερινή κοινωνική εμπειρία. Στην πράξη, οι κοινωνικές συναναστροφές είναι συχνά λιγότερο συγκρουσιακές από ό,τι υποδηλώνει η εικόνα των σχολίων, τονίζουν.
Ο αντίλογος ως παρέμβαση
Η ερευνητική ομάδα δεν περιορίζεται στον εντοπισμό ή την απομάκρυνση περιεχομένου. Η προσέγγισή της εστιάζει στον αντίλογο – στην παρουσία εναλλακτικών απαντήσεων μέσα στον ίδιο χώρο όπου αναπτύσσεται ο επιθετικός λόγος. «Πιστεύουμε στον αντίλογο», σημειώνει η Μπαϊντέρ.
Στο πλαίσιο του προγράμματος, οι ερευνητές έχουν αναλύσει και επισημάνει μεγάλο όγκο τρανσφοβικού και ομοφοβικού λόγου, με στόχο την εκπαίδευση μιας εφαρμογής που μπορεί να αναγνωρίζει επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα. Μακροπρόθεσμα, επιδιώκουν τη δυνατότητα παρέμβασης –ενδεχομένως μέσω οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών– με απαντήσεις που εισάγουν στοιχεία και ενσυναίσθηση στη συζήτηση.
Οι προσδοκίες τους, όμως, παραμένουν μετρημένες. Ο αντίλογος, παραδέχεται η ίδια, δεν θα μεταβάλει κατ’ ανάγκην τις πεποιθήσεις όσων έχουν ήδη υιοθετήσει ακραίες θέσεις. Η παρέμβαση στοχεύει κυρίως στους χρήστες που δεν συμμετέχουν ενεργά στη συζήτηση, αλλά παρακολουθούν χωρίς να σχολιάζουν. «Απευθύνεται σε όσους δεν σχολιάζουν, αλλά διαβάζουν», αναφέρουν.
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι οι επιθετικές απαντήσεις συχνά οδηγούν σε περαιτέρω σκλήρυνση των θέσεων των συνομιλητών, ενώ οι πιο ψύχραιμες και προσωπικές παρεμβάσεις ενδέχεται να είναι αποτελεσματικότερες.
Πέρα από την Κύπρο
Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Παρόμοια φαινόμενα καταγράφονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου πόλεμοι, εθνικιστικές αφηγήσεις και συζητήσεις για το μεταναστευτικό έχουν ενισχύσει την ρητορική που συνδέει την έννοια της προστασίας με τον αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.
Οι ανησυχίες που διατυπώνονται στην Κύπρο, για τη δημογραφική μεταβολή, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αντανακλούν ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις. Η ιστορική εμπειρία του νησιού μπορεί να οξύνει τις ευαισθησίες, δεν τις καθιστά όμως μοναδικές.
Ο φόβος δεν αποτελεί νέο στοιχείο στην κυπριακή πολιτική ζωή, τονίζουν οι ερευνητές. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι τα κανάλια μέσω των οποίων διακινείται – η ταχύτητα, η εμβέλεια, η δυνατότητα επανάληψης.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλειφθεί ο φόβος από την πολιτική. Το ζητούμενο είναι να μην καταλήξει να γίνει ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας στον δημόσιο διάλογο.









