Ο καναδικός οίκος DBRS διατυπώνει ξεκάθαρα την ανησυχία του ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τους κινδύνους για τις οικονομίες Ελλάδας και Κύπρου, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησής τους από τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Παρά τη μέχρι τώρα ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα της κυπριακής οικονομίας, οι εξελίξεις δημιουργούν πιέσεις τόσο στην οικονομική δραστηριότητα όσο και στο τραπεζικό σύστημα. Να δούμε πιο αναλυτικά για την περίπτωση της Κύπρου -και σε σύγκριση με την Ελλάδα- ποια είναι τα επικίνδυνα σημεία, όπως παρουσιάζονται στην έκθεση «Middle East Tensions Heighten Risks for Greek and Cypriot Banks’ Shipping and Tourism Exposures», του DBRS.
Ο τουρισμός και η ναυτιλία διαδραματίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στις οικονομίες της Κύπρου και της Ελλάδας από ό,τι στις περισσότερες άλλες οικονομίες της ΕΕ, αναφέρει η έκθεση. Η μεγάλη σημασία του τουρισμού αποδεικνύεται από το συγκριτικά μεγάλο μερίδιο των ξενοδοχείων και των εστιατορίων στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) και στις δύο οικονομίες.
Στην Κύπρο, το ποσοστό είναι 6,6% και στην Ελλάδα 7,3%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 2,9%. Εκτός από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια, ο τουρισμός επηρεάζει επίσης αρκετούς άλλους κλάδους υπηρεσιών, όπως οι μεταφορές και η ψυχαγωγία και έχει σημαντικές έμμεσες επιπτώσεις στις μακροοικονομικές εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά την ιδιωτική κατανάλωση, καθώς απασχολεί μεγάλο μερίδιο του εγχώριου εργατικού δυναμικού, αναφέρει ο οίκος DBRS. Κατά την άποψή μας, αναφέρουν οι αναλυτές, οι τράπεζες σε Ελλάδα και Κύπρο έχουν υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έκθεση σε ναυτιλία και τουρισμό, γεγονός που αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης.
Δυσκολότερα για Κύπρο
Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, λόγω διεθνοποιημένων και εξασφαλισμένων ναυτιλιακών δανείων. Οι κυπριακές είναι πιο εκτεθειμένες στον τουρισμό, άρα πιο ευάλωτες σε πτώση της ζήτησης. Παρ’ όλα αυτά, αναφέρουν οι αναλυτές, και οι δύο τραπεζικοί τομείς διατηρούν ισχυρή κερδοφορία και κεφαλαιακά αποθέματα, τα οποία θα βοηθήσουν την παρουσία τους σ’ ένα πιο επικίνδυνο λειτουργικό περιβάλλον.
«Οποιαδήποτε διατηρήσιμη μείωση των τουριστικών ροών θα μεταδοθεί μέσω της απόδοσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, του εισοδήματος από τη διάθεση των νοικοκυριών και των τιμών των ακινήτων, ασκώντας πιο άμεση πίεση στην ποιότητα του ενεργητικού για τις κυπριακές τράπεζες. Οι πρώτες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει ήδη πιο έντονη μείωση της ζήτησης ταξιδιών και υψηλότερα ποσοστά ακυρώσεων, αντανακλώντας την αυξημένη αντίληψη κινδύνου λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας σε περιοχές συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
»Στην Ελλάδα, αναμένουμε ότι ο αντίκτυπος στις τράπεζες από την επιβράδυνση του τουρισμού θα είναι πιο διαχειρίσιμος βραχυπρόθεσμα, δεδομένης της χαμηλότερης έκθεσής τους».
Κατά την άποψη του DBRS, «η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί εν μέρει από την εκτροπή της ζήτησης μακριά από προορισμούς που πλήττονται από συγκρούσεις, εάν ο πληθωρισμός δεν επιταχυνθεί σημαντικά και η Ελλάδα παραμείνει αμέτοχη στη σύγκρουση».
Ο παράγοντας «κερδοφορία»
Οι συντάκτες της έκθεσης σημειώνουν ακόμα ότι τόσο οι ελληνικές όσο και οι κυπριακές τράπεζες διατήρησαν την κερδοφορία πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 4ο τρίμηνο του 2025. Η κεφαλαιοποίηση ήταν σημαντικά ισχυρότερη για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ τα επίπεδα κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών ήταν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τα ακόμη ισχυρά μέσα επίπεδα της ΕΕ.
Η ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων έχει βελτιωθεί και στους δύο τομείς στην Ελλάδα και την Κύπρο τα τελευταία χρόνια και συγκρίνεται ευνοϊκά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων στις μεταφορές και την αποθήκευση διαμορφώθηκαν κοντά στο 0% το 2025 στην Ελλάδα και την Κύπρο, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ 2,3%, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στις δραστηριότητες παροχής καταλύματος και εστίασης ήταν 2,1% στην Ελλάδα και 0,7% στην Κύπρο, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ 5%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority), η έκθεση στον τομέα των μεταφορών και της αποθήκευσης αντιπροσώπευε το 19,8% και 11,2% των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες (NFC) για ελληνικές και κυπριακές τράπεζες το 2025, αντίστοιχα. Υψηλότερο ποσοστό, από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που ανήλθε στο 5,5%.
Ταυτόχρονα, οι εκθέσεις των δύο τραπεζικών τομέων σε δραστηριότητες διαμονής και εστίασης αντιπροσώπευαν το 11,1% και 21,2% των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες στο έτος 2025, αντίστοιχα, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο 2,6%.


