Εύη Στυλιανού, Παλίμψηστο. Εκδόσεις Νίκας, 2025.
Στην ποιητική συλλογή της Εύης Στυλιανού, σε επιμελημένη έκδοση αισθητικής αρτιότητας, τα συγκείμενα της ολιγάριθμης συγκομιδής συνηγορούν υπέρ της ετυμολογίας του αρχαιοπρεπούς τίτλου «Παλίμψηστο». Υπό την έννοια, τουτέστιν, της εγγραφής και επανεγγραφής έως την τελεσφόρηση της επεξεργασμένης τους λείανσης με σύνεργα τη ρυθμική εναρμόνιση του ποιητικού λόγου στην ακριβολογική και πολυφωνική συνύφανση νοήματος και λέξης ως πραγματολογικές σημάνσεις και ανασημασιοδοτήσεις αλληγορικών συμβολισμών.
Προφανείς οι πολλαπλές διαστρωματώσεις σημαινόντων και σημαινομένων στα έντεκα μόνο φιλοσοφημένα ποιήματα, η μελέτη των οποίων αποπνέει την τελετουργία μιας λυσιτελούς έντεχνης σύνθεσης με αισθαντικούς όρους αναστοχαστικής αποτύπωσης και καλλιεπούς βαθύνοιας, παραπέμποντας στους Καβαφικούς στίχους: «Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ/[…]/Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ τη δούλεψή της». Σε διαλεκτική μέθεξη παρατίθεται απόσπασμα ως προμετωπίδα του βιβλίου από τον περί ποιήσεως και ποιητικής καλούμενο «ελάσσονα» και αρχαιότερο Πλατωνικό διάλογο «Ίων», όπου ο Σωκράτης και ο Εφέσιος ραψωδός αποπειρώνται να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα: η ποιητική δημιουργία είναι αποτέλεσμα κάποιας συγκεκριμένης τεχνικής ή γέννημα θεϊκής έμπνευσης;
Τη δική της απάντηση καταθέτει η ποιήτρια στο πόνημά της, αφιερωμένο στους αείμνηστους γονείς της. Επικαλούμενη ειδικότερα την αποφθεγματική αινιγματώδη ρήση του Ηράκλειτου, που προτάσσει στο πρώτο ομώνυμο ποίημα του τίτλου: «Ο Άναξ», εν προκειμένω η Ποίηση, «ου το μαντείον εστί το εν Δελφοίς ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει».
Και σημαίνει, κατά το άλλο Παρμενίδειο απόφθεγμα, «το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και είναι», ήτοι με την ενοραματική σύλληψη των στίχων και το συγκινησιακό ρίγος των ψυχοδιανοητικών κραδασμών τους, όπως σε συλλειτουργική συνήχηση καταγράφονται και αποκρυπτογραφούνται στο προοιμιακό «Παλίμψηστο» αυτοαναφορικών προδιαγραφών, που αξίζει προϊδεαστικά να παραθέσουμε αυτούσιο: «Στα δάκτυλά μου γλίστρησε λειτουργικό ένα παλίμψηστο/ μ’ ανεξίτηλες λέξεις από πράσινα γράμματα/ κοχύλια-λέξεις πυρίπνοες ν’ ανασχηματίζουν χρησμικά τ’ όνομά μου./ Και με βρίσκουνε μέρες και νύχτες μαβιές/ και με βρίσκουνε ώρες, αποκρυπτογραφώντας το νωπό παλίμψηστο/ μ’ αναλαμπή θριάμβου/ πάντοτε όμως, σαν άρχιζε καταφανής να γίνεται η στιλπνή γραφή/ μετατοπίζονταν σιβυλλικά οι λέξεις και τα γράμματα/ νέες σημάνσεις αποκτούσε το παλίμψηστο/ παρόμοιο με δελφικό χρησμό, που απλώς “σημαίνει”…».
Σε επεξηγηματική προέκταση το επιγραμματικό «Άτιτλο» ποίημα, που με μεταφορική θεατρικότητα υποβάλλει τα μηνύματα της εν λόγω πολυσυνειρμικής γραφής: «Ένας αρλεκίνος εισβάλλει στο δωμάτιο/ ζητά να τρυπώσει στο όνειρο/ να λιτανεύσει τη σιωπή/ να ξαναγράψει το ποίημα/ με νωπό, ανεξίτηλο, χρωματιστό μελάνι.».
Η ποιήτρια στις υπαρξιακές της αναζητήσεις αλλά και τους απολογισμούς της Ιστορίας αναλογίζεται «τους παράξενους καιρούς, τους τόσο χαλεπούς» και με αφύπνιση μνήμης αναθυμάται τους «αδελφοθύτες καιρούς» της ευρηματικής της γλωσσοπλασίας, προσμετρώντας ωστόσο τους «σιωπηλούς καιρούς», όπου με γνώμονα προσδοκίας ανέμενε «να φυτρώσει το αιώνιο ρόδο, το σεπτό, το αμάραντο…». Δηλωτικά τα αποσιωπητικά της εξακολουθητικής αναμονής της, καθότι «η απόκρημνη κορφή» και «ο πετρώδης βράχος» στη δική μας περίσκεπτη πρόσληψη δεν είναι άλλος από τον εμβληματικό τουρκοπατημένο Πενταδάκτυλο, που αδημονεί ν’ ανθίσει τα κυκλάμινα της άνοιξής του.
Κι ακόμη, ποια είναι «Τα δώρα του γιαλού», που με τον ειδυλλιακό λυρισμό της αισιοδοξίας της κομίζει η ποιήτρια στο τρίτο κατά σειράν ποίημα «κόντρα σ’ ανθρώπους και θεούς»; Μιας και οι θάλασσές μας από την Αμμόχωστο μέχρι τη Μόρφου, την Κερύνεια και ολόγυρα της Καρπασίας είναι αλυσοδεμένες στη σκλαβιά της βαρβαρότητας, ποια άλλα μπορεί να είναι από της ελευθερίας τον «πόθο σε πυριφλεγή νερά», καθώς μας διαβεβαιώνει «πνέει ερωτοπόρος άνεμος/ άνεμος γητευτής» του Οδυσσειακού μας νόστου;
Εξάλλου, στο εξόχως νοσταλγικό επόμενο ποίημα, που επιγράφεται «Τα παραμύθια της γιαγιάς» αναφανδόν ανακαλεί την πολυπόθητη «παλιννόστηση» όχι ως παραμυθία ανεκπλήρωτων ονείρων, αλλά ως «επιμύθιο για τους “αεί οδοιπορούντας”», που πρέπει να βαδίσουν επί τέλους την οδό της απελευθέρωσης. Συνεχίζοντας να εκφορτώνουμε τη μονοδιάστατη εδώ ερμηνευτική μας από το πολυεπίπεδο φορτίο των ρητών και υπόρρητων ποιητικών φθογγόσημων της Στυλιανού, επισημαίνουμε στα δύο συνεχόμενα «Άτιτλα» ποιήματα παρεμφερείς αναφορές στις κοιτίδες της μνήμης, που οριοθετούν τις υπό τουρκική κατοχή και επί 52 σχεδόν δίσεκτα χρόνια πατρογονικές εστίες.
Άλλωστε, και η ίδια δεν ξεχνά την πολυστένακτη Κύπριδα γη και με αινικτικές συνδηλώσεις «σημαίνει» τον προσφυγισμό της καταγωγής της, απευθύνοντάς μας τους ακόλουθους στίχους: «και θροΐζει η αμάραντη μνήμη κι ολοένα φυσά τα λευκά όνειρά σου/ στη φορά των ονείρων μου/ κι ολοένα φυσά τις πτερόεσσες λέξεις που μυρίζουν Παράδεισο» και «σκέψου πώς θα ποδηγετήσεις το λευκό καράβι στ’ ανοιχτά/ σαν ξεκινήσει πλου σφυρίζοντας μια μουσική αιώνων/ και αυλακώνοντας τις μνήμες αρμενίσει/ θριαμβικό πλησίστιο…».
Στο αριστοτεχνικό, σχετικώς εκτενέστερο, ποίημα «Το άσμα της Οφηλίας» αποκαλύπτει πλέον παραστατικά την ταυτότητα της σπαρακτικής της συμπόρευσης με το δράμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς μετά την άλωση των αλησμόνητων Ελληνικών πατρίδων και των Ελληνίδων πόλεων του τόπου της από τον ίδιο επίβουλο κατακτητή της διαρπαγής και του σφετερισμού.
Η Οφηλία δεν είναι η φανταστική Σαιξπηρική ηρωίδα, αλλά η γοερή λυγμική κραυγή της τραγικής φωνής, που πένθιμη τραγουδά θρηνώντας «τον ίμερο, τη λευτεριά, τον θάνατο/ τον πόλεμο, τη λήθη και την/ προσφυγιά.». Είναι ο κοινός ανήμερος πόνος από το πανομοιότυπο τραύμα της απώλειας και της οδύνης, που κατά μετωνυμική συνεκδοχή υπομιμνήσκει: «Έφεσος, Ιωνία, Κυδωνίες/ Αμμόχωστος, Κυθρέα, Σαλαμίνα/ θραύσματα μνήμης, ιαχές ζωής».
Καθώς η μνήμη διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην ποίηση της Εύης Στυλιανού, αφιερώνει το προτελευταίο ποίημα υπό τον τίτλο «Αθανασία» στον αείμνηστο πατέρα της Πέτρο Στυλιανού, τον Τεύκρο της ΕΟΚΑ. Μεταξύ των παντοειδώς ομοιοκατάληκτων στίχων τον προτρέπει να πετάξει «στου Κεφαλόβρυσου κοντά/ την κρυσταλλένια κρήνη», για να φέρει «ένα κλαρί ριζοελιάς/ μια σπιθαμή πατρίδας». Για να επαναλαμβάνει στο ακροτελεύτιο ποίημα: «κι ένα καινούργιο φως σαν σέλας πάλλει».
Φιλελεύθερος 9.2.20266


