4 Απριλίου, 2026
12:55 μμ

Την ακριβότερη πώληση μεμονωμένης κατοικίας παγκοσμίως, πέτυχε ο Κυπροβρετανός real estate developer Νικ Κάντι (Nick Candy) και μάλιστα στο Λονδίνο, όπου καταγράφεται σαφή επιβράδυνση στο τομέα των ακινήτων.

Ο Κυρποβρετανός, πούλησε την οικογενειακή του κατοικίας στο Τσέλσι έναντι ποσού που ξεπερνά τα 350 εκατομμύρια δολάρια.

Το ακίνητο, το οποίο εκτείνεται σε οικόπεδο περίπου δύο στρεμμάτων, φέρει ιδιαίτερο ιστορικό βάρος, καθώς στο ίδιο σημείο βρισκόταν παλαιότερα η κατοικία του Robert Walpole, ο πρώτος πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, παρότι ο τίτλος δεν υπήρχε επίσημα την εποχή του.

Η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε χωρίς επίσημη προώθηση του ακινήτου μέσω κάποιου οίκου, γεγονός που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ζήτηση για ακίνητα εξαιρετικά υψηλής αξίας, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης και περιορισμένης κινητικότητας στη βρετανική αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, το 2025 ήταν από τις λίγες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας χωρίς πωλήσεις άνω των 50 εκατομμυρίων λιρών στο Λονδίνο, ενώ οι συναλλαγές άνω των 5 εκατομμυρίων σημείωσαν σημαντική πτώση.

Η συγκεκριμένη πώληση υπερβαίνει προηγούμενα υψηλά της αγοράς, όπως η αγορά έπαυλης με θέα το Hyde Park έναντι 210 εκατομμυρίων λιρών το 2020, καθώς και το ρετιρέ στη Νέα Υόρκη που απέκτησε ο Ken Griffin έναντι σχεδόν 240 εκατομμυρίων δολαρίων. Σε τοπικό επίπεδο, οι πρόσφατες συναλλαγές στο Λονδίνο κινούνται αισθητά χαμηλότερα, γεγονός που καθιστά τη συμφωνία του Κάντι ακόμη πιο αξιοσημείωτη.

Οικογενειακή υπόθεση

Η επιχειρηματική πορεία του Κάντι συνδέεται στενά με την ανάπτυξη της αγοράς υπερπολυτελών κατοικιών. Μαζί με τον αδελφό του, Κρίστιαν Κάντι, δημιούργησαν οικιστικά έργα που απευθύνονται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο αλλά οικονομικά ισχυρό κοινό. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το One Hyde Park, το οποίο καθιέρωσε νέα επίπεδα τιμών και προδιαγραφών για την κατηγορία των ultra-prime ακινήτων.

Τα τελευταία χρόνια, ο Κάντι επεκτείνει τη δραστηριότητά του εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, με έμφαση στη Μέση Ανατολή, όπου η ζήτηση για πολυτελείς αναπτύξεις παραμένει ισχυρή. Μέσω της εταιρείας του, Candy London, συμμετέχει σε έργα που συνδυάζουν αρχιτεκτονικό σχεδιασμό υψηλής αισθητικής με υπηρεσίες που απευθύνονται σε διεθνή πελατεία υψηλού εισοδήματος.

Billionaire με δάνειο από τη γιαγιά του

Ο Nick Candy ανήκει σε μια κατηγορία επιχειρηματιών που δεν προέκυψαν από παραδοσιακές δυναστείες πλούτου, αλλά από σταδιακή άνοδο μέσα από την ίδια την αγορά. Γεννημένος το 1973 στο Λονδίνο, με μητέρα ελληνικής κυπριακής καταγωγής και πατέρα Άγγλο, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον μεσαίας τάξης, χωρίς άμεση πρόσβαση σε μεγάλα κεφάλαια ή οικογενειακές επιχειρήσεις.

Σπούδασε γεωγραφία στο Πανεπιστήμιο του Reading και ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία στον χώρο της διαφήμισης, πριν στραφεί –μαζί με τον αδελφό του, Κρίστιαν Κάντι – σε μια δραστηριότητα που τότε έμοιαζε περισσότερο με ευκαιριακή απασχόληση παρά με στρατηγική καριέρα: την ανακαίνιση κατοικιών.

Το 1995 αποτέλεσε σημείο καμπής. Με δάνειο μόλις 6.000 λιρών από τη γιαγιά τους, τα δύο αδέλφια αγόρασαν ένα μικρό διαμέρισμα στο Earl’s Court του Λονδίνου. Το ανακαίνισαν οι ίδιοι και το πούλησαν περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα με κέρδος 50.000 λιρών.

Αυτή η πρώτη επιτυχία δεν ήταν μεμονωμένη. Στα επόμενα χρόνια επανέλαβαν το ίδιο μοντέλο, αγοράζοντας, ανακαινίζοντας και μεταπωλώντας ακίνητα, ανεβαίνοντας σταδιακά στην κλίμακα της αγοράς. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχαν εγκαταλείψει τις αρχικές τους δουλειές και ίδρυσαν την εταιρεία Candy & Candy, η οποία εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους οίκους ανάπτυξης και design πολυτελών κατοικιών διεθνώς.

Η ουσιαστική διαφοροποίηση ήρθε όταν οι Candy δεν περιορίστηκαν στην ανακαίνιση, αλλά επένδυσαν σε μεγάλης κλίμακας αναπτύξεις που στόχευαν σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό: τους διεθνείς ultra-high-net-worth επενδυτές. Έτσι μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, το αρχικό μοντέλο «αγοράζω-ανακαινίζω-πουλάω» μετατράπηκε σε ένα διεθνές επιχειρηματικό σχήμα με δραστηριότητες σε real estate, interior design και επενδύσεις. Ο ίδιος δημιούργησε αργότερα το επενδυτικό όχημα Candy Ventures, μέσω του οποίου τοποθετήθηκε και σε τομείς όπως η τεχνολογία, τα media και η ενέργεια, επιχειρώντας να διαφοροποιήσει το χαρτοφυλάκιό του πέρα από τα ακίνητα.

Σήμερα η περιουσία του εκτιμάται σε δισεκατομμύρια, ενώ ήδη από το 2010 οι δύο αδελφοί συγκαταλέγονταν μεταξύ των πλουσιότερων developers στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κοινή καθαρή αξία που προσέγγιζε το 1,5 δισ. λίρες.  Παράλληλα, η προσωπική του ζωή απασχόλησε τη δημοσιότητα μετά τον πρόσφατο χωρισμό του από τη σύζυγό του, Holly Valance, γνωστή Βρετανίδα ηθοποιός, τραγουδίστρια και μοντέλο. Γνωστή είναι και η εμπλοκή του με την πολιτική: έχει διατελέσει επίτιμος ταμίας (honorary treasurer) του κόμματος Reform UK που συνδέεται πολιτικά με την κληρονομιά του Brexit και ιδρύθηκε από τον Nigel Farage. Ωστόσο, σε επιχειρηματικό επίπεδο, η στρατηγική του παραμένει σταθερή: επενδύσεις σε ακίνητα υψηλής αξίας, περιορισμένης προσφοράς και με σαφή διεθνή προσανατολισμό.

newmoney.gr

Exit mobile version