Ο Obioha Okereke πίστευε μέχρι πρόσφατα ότι ο χρυσός ήταν μια επένδυση για συντηρητικούς αποταμιευτές. “Μου φαινόταν βαρετός”, λέει ο 29χρονος σύμβουλος τεχνολογίας, ο οποίος διαχειρίζεται συστηματικά ένα χαρτοφυλάκιο με έμφαση στην ανάπτυξη από τα μαθητικά του χρόνια. Όταν όμως οι τεχνολογικές του τοποθετήσεις άρχισαν να κλυδωνίζονται πέρυσι, την ίδια στιγμή που το πολύτιμο μέταλλο συνέχιζε την ανοδική του πορεία, αποφάσισε να δοκιμάσει.
Τον Σεπτέμβριο αγόρασε το πρώτο του διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο (ETF) βασισμένο σε χρυσό, αρχικά με 100 δολάρια και στη συνέχεια προσθέτοντας πάνω από 2.000 δολάρια. Αν και αποτελεί μικρό μέρος του συνολικού του χαρτοφυλακίου, σκοπεύει να το ενισχύσει περαιτέρω. Η επένδυσή του έχει αποδώσει σχεδόν 17%, ξεπερνώντας τις υπόλοιπες τοποθετήσεις του. “Ήθελα κάτι που να λειτουργεί ως αντιστάθμιση απέναντι στην αβεβαιότητα και τις τυχαίες διακυμάνσεις. Ο χρυσός έμοιαζε λογική επιλογή”, σημειώνει.
Γνωστός ως “ασφαλές καταφύγιο” σε περιόδους πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, ο χρυσός κατέγραψε το 2025 την καλύτερη χρονιά του εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Με τη στήριξη ενός διευρυνόμενου κύκλου επενδυτών σε ΗΠΑ και Ευρώπη – όπου παραδοσιακά η έκθεση στο μέταλλο ήταν μικρότερη σε σχέση με την Ασία – η τιμή του υπερδιπλασιάστηκε από το 2023 έως το 2025 και στα τέλη Ιανουαρίου ξεπέρασε το άλλοτε αδιανόητο όριο των 5.000 δολαρίων ανά ουγγιά. Έκτοτε κινείται κοντά σε αυτά τα επίπεδα.
Η εκρηκτική αυτή πορεία στηρίζεται σε μια βαθιά διαρθρωτική μεταβολή. Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και μετά, οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως – με επικεφαλής την Κεντρική Τράπεζα της Κίνας – έχουν μετατραπεί σε σταθερούς καθαρούς αγοραστές χρυσού. Από το 2022 έχουν προσθέσει πάνω από 4.000 μετρικούς τόνους στα αποθέματά τους, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού. Οι αγορές αυτές δημιούργησαν ένα ισχυρό “πάτωμα” στην αγορά, μεταβάλλοντας θεμελιωδώς τη σχέση προσφοράς και ζήτησης και αναβαθμίζοντας τον στρατηγικό ρόλο του μετάλλου στα χαρτοφυλάκια.
Δυναμική
Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από τη δεκαετία του 1990, όταν οι κεντρικές τράπεζες ήταν καθαροί πωλητές, σε μια περίοδο υποτονικών επιδόσεων για τον χρυσό. Ο John Hathaway θυμάται εκείνη την εποχή: όταν ίδρυσε το Tocqueville Gold Fund το 1998, η ιδέα επένδυσης σε χρυσό θεωρούνταν εκτός μόδας και αντιμετωπιζόταν με ειρωνεία. Το fund του χρειάστηκε αρχικά να αυτοχρηματοδοτηθεί. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, ως ανώτερος διαχειριστής χαρτοφυλακίων στη Sprott Asset Management, αισθάνεται δικαιωμένος. Ο άργυρος, που διαπραγματεύεται σε πολύ χαμηλότερη τιμή, ακολούθησε την ανοδική κίνηση, ξεπερνώντας τα 100 δολάρια ανά ουγγιά για πρώτη φορά.
Στην άνοδο συμβάλλουν και άλλες τάσεις. Η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα – από το Ιράν και την Ουκρανία έως το Μεξικό – καθώς και η επιθετική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ για τον Καναδά, τη Γροιλανδία και τη Βενεζουέλα, ωθούν επενδυτές σε παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια. Παράλληλα, η εξάπλωση των ETF και ορισμένων κρυπτονομισμάτων που υποστηρίζονται από φυσικό χρυσό, η αποδυνάμωση του δολαρίου και ένα έντονο φαινόμενο “φόβου ότι θα χαθεί η ευκαιρία” (FOMO) διευρύνουν τη βάση των αγοραστών.
Οι προσδοκίες για χαμηλότερα επιτόκια λειτουργούν επίσης υποστηρικτικά. Σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, ο χρυσός – που δεν αποδίδει τόκο – γίνεται πιο ελκυστικός συγκριτικά με τα επιτοκιακά προϊόντα. Ταυτόχρονα, η αύξηση του παγκόσμιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ενισχύει την αμφισβήτηση προς κρατικά ομόλογα και νομίσματα, στρέφοντας μέρος των κεφαλαίων στο πολύτιμο μέταλλο.
Η έντονη μεταβλητότητα, ωστόσο, παραμένει χαρακτηριστικό της αγοράς. Στις 30 Ιανουαρίου, ο χρυσός κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για την επιλογή του Kevin Warsh ως νέου επικεφαλής της Fed, εξέλιξη που ερμηνεύτηκε ως θετική για το δολάριο και αρνητική για τον χρυσό. Πολλοί επενδυτές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για κατοχύρωση κερδών, επιταχύνοντας τη βραχυπρόθεσμη διόρθωση.
Η δυναμική της τιμής έχει καταστεί από μόνη της κινητήρια δύναμη. Μακροοικονομικά hedge funds, ενεργειακές εταιρείες και ακόμη και “βαριά” ονόματα του χώρου των κρυπτονομισμάτων έχουν εισέλθει στην αγορά. Η Tether, ο μεγαλύτερος εκδότης stablecoin παγκοσμίως, διακρατεί περίπου 140 τόνους χρυσού, αξίας περί τα 24 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με αναλυτές, αρκετοί επενδυτές χρησιμοποίησαν παράγωγα, όπως δικαιώματα προαίρεσης, για να αντισταθμίσουν γεωπολιτικούς και μακροοικονομικούς κινδύνους, ενισχύοντας το ράλι των αρχών του 2026 – και επιταχύνοντας τις απώλειες όταν η αγορά γύρισε.
Εμπιστοσύνη
Ο Josh Brittain, 36 ετών από το Σαν Αντόνιο, ήταν μεταξύ εκείνων που ρευστοποίησαν μέρος των κερδών όταν η τιμή ξεπέρασε τα 5.400 δολάρια. Έχοντας βιώσει την έντονη μεταβλητότητα των κρυπτονομισμάτων, προτίμησε να “κλειδώσει” αποδόσεις. Επηρεασμένος από την άποψη ότι τα παραστατικά νομίσματα μπορεί μακροπρόθεσμα να αποδυναμωθούν, αγόρασε χρυσό και άργυρο ήδη από το 2020 και επένδυσε αργότερα σημαντικά ποσά σε ETF μεταλλευτικών εταιρειών.
Παρά τις ρευστοποιήσεις, η εμπιστοσύνη του παραμένει ισχυρή, όπως και του Okereke. Σύμφωνα με τη Goldman Sachs, τα ETF χρυσού αντιστοιχούν μόλις στο 0,17% των ιδιωτικών χρηματοοικονομικών χαρτοφυλακίων στις ΗΠΑ, ποσοστό χαμηλότερο από το ιστορικό υψηλό του 2012 και σημαντικά μικρότερο από την έκθεση σε άλλες αγορές, ιδίως στην Ασία. Με τον χρυσό να αντιπροσωπεύει περίπου το 6% των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, το περιθώριο περαιτέρω διείσδυσης παραμένει σημαντικό.
“Παραμένω εξαιρετικά αισιόδοξος μακροπρόθεσμα”, λέει ο Brittain, εκτιμώντας ότι η ανοδική πορεία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος
BloombergOpinion









