Σε ένα θρίλερ για γερά νεύρα εξελίχθηκε το ζήτημα της τροποποίησης του Συντάγματος για χάρη των παρακολουθήσεων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Το θέμα δεν πήρε τελικά τον δρόμο της Ολομέλειας της Βουλής και ο «Φ της Κυριακής» δημοσιεύει σήμερα όλο το παρασκήνιο της απόφασης για συνέχιση της συζήτησης στην Επιτροπή Νομικών με την νέα σύνθεση της Βουλής.
Η εκτελεστική εξουσία αν και όλο αυτό το διάστημα ζητούσε επιτακτικά να βρεθεί μια λύση με τροποποιήσεις που θα δίνουν τη δυνατότητα στις αρχές να εκτελούν στην πράξη και νόμιμα τις παρακολουθήσεις, ήταν τελικά αυτή που εισηγήθηκε να μην πάει στην Ολομέλεια της Πέμπτης το νομοσχέδιο για τροποποίηση του Συντάγματος με την τελική τροπολογία του Δημοκρατικού Συναγερμού. Ως αποτέλεσμα, ο δρόμος παραμένει, τουλάχιστον για την ώρα, κλειστός και για τις διαφοροποιήσεις στις δύο συναφείς νομοθεσίες, περί ΚΥΠ και περί προστασίας του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας.
Τι ισχύει σήμερα
Το 2010 έγινε για πρώτη φορά τροποποίηση του Συντάγματος, μέσω της οποίας επιτράπηκε η παρακολούθηση μόνο για πέντε συγκεκριμένα αδικήματα, κατόπιν δικαστικής έγκρισης. Έγιναν επίσης δύο φορές τροποποιήσεις της νομοθεσίας, το 2015 και το 2020. Επί της ουσίας όμως, τα όσα νομοθετήθηκαν μέχρι σήμερα έμειναν μόνο στη θεωρία και δεν εφαρμόστηκαν στην πράξη. Σύμφωνα με τον ποινικολόγο Ηλία Στεφάνου, από το 2010 μέχρι και το 2026, ποτέ δεν τέθηκε ενώπιον δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να ήταν αποτέλεσμα παρακολούθησης επικοινωνιών. Το όλο ζήτημα φαίνεται να κολλά, υπό τα σημερινά δεδομένα, σε τεχνικά και άλλα ζητήματα που αφορούσαν τους παρόχους, δηλαδή τις εταιρίες τηλεπικοινωνιών.
Η αρχική πρόταση
Περί τα μέσα Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση κατέθεσε σχετικό νομοσχέδιο για τροποποίηση του Άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο «κατοχυρώνει το δικαίωμα στο απόρρητο της αλληλογραφίας και κάθε άλλης μορφής επικοινωνίας, προβλέποντας τις περιπτώσεις υπό τις οποίες δύναται να επιτραπεί επέμβαση στο εν λόγω δικαίωμα».
Οι βασικές ρυθμίσεις του προτεινόμενου νομοσχεδίου για τη συνταγματική τροποποίηση αρχικά ήταν δύο:
(α) Διεύρυνση των λόγων άρσης του απορρήτου, ώστε να περιλαμβάνονται πρόσθετες κατηγορίες σοβαρών ποινικών αδικημάτων, μεταξύ άλλων τρομοκρατία, κατασκοπεία, σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση παιδιών, παράνομη διακίνηση μεταναστών, αδικήματα που τελούνται μέσω διαδικτύου και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περιλαμβάνεται επίσης η προσθήκη της κατοχής ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών με σκοπό την προμήθεια ως αναγνωρισμένου λόγου άρσης του απορρήτου.
(β) Εισαγωγή γραπτής εξουσιοδότησης από τον Γενικό Εισαγγελέα για άρση του απορρήτου εφόσον η επέμβαση κρίνεται αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για την ασφάλεια ή την κυριαρχία της Δημοκρατίας.
Επί της ουσίας, πέρα από τη διεύρυνση των αδικημάτων για τα οποία θα μπορούσε να γίνει άρση του απορρήτου στις επικοινωνίες, η αρχική πρόταση για τροποποίηση του Συντάγματος επιχειρούσε να δώσει τη δυνατότητα στον Διοικητή της ΚΥΠ να αρχίζει παρακολούθηση χωρίς να απαιτείται προηγουμένως δικαστική έγκριση, με τη δικαιολογία της αμεσότητας.
Διαδοχικές ανατροπές
Η συζήτηση του νομοσχεδίου για τροποποίηση του Συντάγματος συνοδεύτηκε από ανατροπές που διαδέχονταν η μια την άλλη. Η προσπάθεια για παροχή εξουσίας στον Διοικητή της ΚΥΠ να αποφασίζει μόνος του την έναρξη μιας παρακολούθησης, χωρίς την οποιαδήποτε δικαστική έγκριση, βρέθηκε αντιμέτωπη με σωρεία αντιδράσεων από βουλευτές και κόμματα, εταιρείες τηλεπικοινωνιών και τον δικηγορικό κόσμο.
Αρχικά διατυπώθηκαν σοβαρές ενστάσεις από βουλευτές για τον ρόλο του Γενικού Εισαγγελέα, ως το αρμόδιο άτομο για να εγκρίνει την έναρξη μιας παρακολούθησης. Αυτό οδήγησε στην εξαίρεση του από την εξίσωση και την συζήτηση πρότασης για έναρξη παρακολούθησης με απόφαση του Διοικητή της ΚΥΠ και εντός 72 ωρών να κρίνεται αν καλώς ή κακώς δόθηκε η εντολή από τριμελή επιτροπή της οποίας θα προΐσταται πρώην δικαστικός.
Όσο η κρίσιμη Ολομέλεια της Πέμπτης πλησίαζε, οι πιέσεις για διαγραφή της ρύθμισης (β) για έναρξη παρακολούθησης χωρίς δικαστική έγκριση γίνονταν όλο και πιο έντονες. Ο κόμπος φαίνεται να έφτασε στο χτένι μετά από εσωτερική σύγκρουση στον Δημοκρατικό Συναγερμό. Σοβαρές ενστάσεις εντός κόμματος και δυναμικές παρεμβάσεις από τον νομικό κόσμο, οδήγησαν στην κατάθεση νέας τροπολογίας από πλευράς του προέδρου της Επιτροπής Νομικών. Στο παρά πέντε ο Νίκος Τορναρίτης πρότεινε τελικά τη διαγραφή της ρύθμισης (β) για άρση απορρήτου χωρίς δικαστική έγκριση.
Το παρασκήνιο της πάσας στη νέα Βουλή
Ενώ η τελική τροπολογία του ΔΗΣΥ κατατέθηκε, τυπώθηκε, κυκλοφόρησε γραπτώς και όλα ήταν έτοιμα να πάει προς ψήφιση στην Ολομέλεια, όλα ανατράπηκαν (ξανά) στην κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση της Επιτροπής Νομικών.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης προσήλθε στην αίθουσα της συνεδρίασης κρατώντας στα χέρια του μια νέα πρόταση, για την οποία υπήρχε η σύμφωνη γνώμη του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Η πρόταση προέβλεπε τη σύσταση μιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής που θα αποφάσιζε για την έναρξη παρακολουθήσεων, ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που μίλησαν στον «Φ», και πάλι υπήρχε ουρά για συγκεκριμένες περιπτώσεις που θα έδινε εντολή ο Διοικητής της ΚΥΠ και θα ακολουθούσε εντός 72 ωρών η κρίση της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής. Το τελευταίο, πέρα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε, έφερε και προβληματισμό εντός της αίθουσας που συνεδρίαζε η Επιτροπή για τις θέσεις των δικηγόρων. Δημιουργήθηκαν ερωτήματα αν και γιατί υπάρχει στροφή στις θέσεις του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου σε σχέση με τις εξουσίες που θα έχει ο Διοικητής της ΚΥΠ, αφού τις προηγούμενες μέρες τοποθετήθηκε σφόδρα εναντίον της έναρξης παρακολουθήσεων χωρίς δικαστική έγκριση.
Η Επιτροπή Νομικών ξεκαθάρισε ότι δεν είναι δυνατόν να τίθεται ενώπιον τους δύο ώρες πριν την προγραμματισμένη ψήφιση στην Ολομέλεια ένα νέο κείμενο και να τους ζητούν να τοποθετηθούν. Σημειώνεται ότι αρκετοί ήταν ήδη ενοχλημένοι για το γεγονός ότι ξεκίνησε η συζήτηση για μια πολύ σημαντική συνταγματική τροποποίηση που αγγίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, μόλις ένα μήνα πριν την τελευταία Ολομέλεια της Βουλής. Στο τέλος οι περισσότεροι συμφώνησαν ότι θα ήταν καλύτερα να μη βιαστούν τώρα και να αφήσουν το σημαντικό αυτό ζήτημα στα χέρια της νέας Βουλής.
Πάντως, οι πληροφορίες που συγκέντρωσε ο «Φ» οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κυβέρνηση και ΚΥΠ προσπαθούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή να περάσουν αυτό που επιθυμούσαν, δηλαδή μια απλοποιημένη και εύκολη στην εκτέλεση διαδικασία άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου. Η ίδια η ΚΥΠ φαίνεται μάλιστα να διατηρούσε σοβαρές ενστάσεις για την τελική τροπολογία του ΔΗΣΥ, που τελικά συμφωνήθηκε μετά από αίτημα της κυβέρνησης να μην πάει στην Ολομέλεια. Ουσιαστικά, αυτό δείχνει πως κυβέρνηση και ΚΥΠ, ζυγίζοντας τα δεδομένα που είχαν ενώπιον τους, προτίμησαν η κατάσταση να παραμείνει για την ώρα ως έχει, παρά να ψηφίσει η Βουλή μια συνταγματική τροποποίηση που δεν θα τους ικανοποιεί.
Προβληματισμός για τη νέα σύνθεση
Η αποτυχία όλων των πλευρών να βρουν μια λύση που θα είναι ευρέως αποδεκτή για το ζήτημα των παρακολουθήσεων, δεν έμεινε ασχολίαστη στην Ολομέλεια της περασμένης Πέμπτης.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Νίκος Τορναρίτης, εξέφρασε την απογοήτευση και τη λύπη του για το γεγονός ότι η παρούσα Βουλή δεν είχε τελικά το δικαίωμα να ενισχύσει το οπλοστάσιο των διωκτικών αρχών ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα. Κατήγγειλε μάλιστα πως τους τελευταίους δύο μήνες δέχθηκε αρκετές παραινέσεις, συγκεκριμένες απειλές και προσωπική διαπόμπευση σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα.
Από τοποθετήσεις άλλων βουλευτών, έγινε αντιληπτό ότι υπάρχουν αμφιβολίες για το αν η σύνθεση της νέας Βουλής θα έχει τη σοφία να μελετήσει σοβαρά και θα είναι σε θέση να ψηφίσει μια τέτοια τόσο λεπτή συνταγματική τροποποίηση. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου σχολίασε καυστικά ότι με τη νέα Βουλή θα έχει και κάτι καλό για όσους ανησυχούν για τις συχνές συνταγματικές τροποποιήσεις, αφού εκτιμά ότι στην επόμενη πενταετία «ουδεμία θα επισυμβεί». Ο Νικόλας Παπαδόπουλος από την πλευρά του αφενός υποστήριξε ότι για τέτοια περίπλοκα ζητήματα θα πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα που θα τύχει ευρύτερης αποδοχής, ωστόσο σχολίασε πως δεν είναι αισιόδοξος για την επόμενη Βουλή, που κατά την εκτίμηση του «μπορεί να αλλάξει το σύνταγμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, για ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος». Ο Άριστος Δαμιανού είπε ότι η συζήτηση θα συνεχίσει με τη νέα Βουλή και «ας έχουν το μυαλό τους οι πολίτες να κάνουν τις σωστές επιλογές».
Νίκος Γεωργίου: Πρόκληση η επίτευξη ισορροπίας
«Η συζήτηση για την τροποποίηση του Συντάγματος και ειδικότερα του Άρθρου 17 του Συντάγματος, επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, αντανακλώντας τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Το απόρρητο της επικοινωνίας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα σε κάθε δημοκρατικό κράτος δικαίου. Ωστόσο, η απόλυτη προστασία του, χωρίς σαφείς και λειτουργικές εξαιρέσεις, ενδέχεται να περιορίζει την αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών απέναντι σε σοβαρές απειλές.
Η ανάγκη για εισαγωγή πρόνοιας που να επιτρέπει, υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, την άρση του απορρήτου επικοινωνιών για σκοπούς διερεύνησης κακουργηματικών αδικημάτων και λόγων που άπτονται της ασφάλειας της Δημοκρατίας είναι πλέον επιτακτική. Μια τέτοια ρύθμιση όμως οφείλει να στηρίζεται σε ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο, να προϋποθέτει προηγούμενη δικαστική έγκριση και να υπόκειται σε συνεχή και ανεξάρτητο έλεγχο, ώστε να αποτρέπονται τυχόν καταχρήσεις για αλλότριους σκοπούς και παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών.
Η έννομη τάξη και η κοινωνία χρειάζονται ενισχυμένη προστασία σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη περιοχή μας καθιστούν το περιβάλλον πιο ασταθές, απρόβλεπτο και επικινδυνο. Παράλληλα, οι εσωτερικοί κίνδυνοι, όπως το οργανωμένο έγκλημα, έχουν μεταλλαχθεί: διαθέτουν πλέον μεγάλους οικονομικούς πόρους, προηγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό, δίκτυα επιρροής και συνεργάζονται με εγκληματικά στοιχεία από άλλες χώρες. Οι παραδοσιακές μέθοδοι αντιμετώπισης δεν επαρκούν. Δεν μπορουν οι διωκτικές αρχές να κυνηγουν την σκιά του εγκλήματος ή της όποιας απειλής κατά της Δημοκρατίας αλλα να βρίσκονται πιο μπροστά από αυτούς για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και καταπολέμηση των όποιων κινδύνων.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι η επιλογή μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, αλλά η επίτευξη μιας ισορροπίας που να διασφαλίζει και τα δύο. Μια προσεκτικά σχεδιασμένη συνταγματική τροποποίηση μπορεί να αποτελέσει το αναγκαίο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, ενισχύοντας την ασφάλεια χωρίς να υπονομεύει τον πυρήνα των δημοκρατικών αξιών.
Με αυτό το σκεπτικό συνεχίζεται η συζήτηση στη Κ.Ε Νομικών ώστε με νηφαλιότητα και σοβαρότητα να επιτευχθεί η Συνταγματική τροποποίηση με την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση.
Ως ΔΗ.ΣΥ. μέχρι σήμερα δεν είμασταν ούτε παθητικοί δέκτες , ούτε υποσκάψαμε αυτή την προσπάθεια. Αντίθετα συμμετείχαμε εποικοδομητικά στη συζήτηση , με εισηγήσεις και προτάσεις που έγιναν αποδέκτες και ενσωματώθηκαν στο βασικό κείμενο που είναι σήμερα ενώπιον της ΚΕ Νομικών.»
Ανδρέας Πασιουρτίδης: Κόκκινη γραμμή η εκ των προτέρων δικαστική έγκριση

«Με αυτή τη διαδικασία ξεχειλώθηκε πλήρως ο κανονισμός της Βουλής. Τον τελευταίο μήνα δεν τηρήσαμε διαδικαστικά χρονοδιαγράμματα, κάναμε κατ’ επείγον συνεδρίες, αλλάζαμε κείμενα επί τόπου. Ήταν κάτι πολύ λανθασμένο και η άποψη μας είναι ότι δεν προχωράς σε συνταγματικές τροποποιήσεις τόσο μεγάλης σοβαρότητας όπως είναι αυτή, που αγγίζει ένα πολύ βασικό συνταγματικό δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και επικοινωνίας, με αυτή την προχειρότητα. Παρά ταύτα, εμείς πήγαμε σε όλες τις συνεδριάσεις.
Οφείλω όμως να πω ότι ακόμα και την τελευταία ημέρα, η προσπάθεια αλλαγής κειμένων και κατάθεσης τροπολογιών, δείχνει ότι η σπουδή και ταχύτητα με την οποία προσπαθούσαν κάποιοι να περάσουν μια συνταγματική τροποποίηση άφηνε μεγάλα περιθώρια να γίνουν λάθη.
Όσον αφορά την ουσία, ξέρετε πολύ καλά ότι, αναφορικά με την τροποποίηση του Συντάγματος, η κόκκινη γραμμή μας ήταν και είναι πως για λόγους θεσμικής προστασίας επιβάλλεται να υπάρχει εκ των προτέρων δικαστική έγκριση για ένταλμα παρακολούθησης. Όπως συμβαίνει και με τα εντάλματα σύλληψης, τα εντάλματα έρευνας σε κατοικίες, οχήματα κλπ. Αυτή η θέση ποτέ δεν άλλαξε για το ΑΚΕΛ.
Από εκεί και πέρα, είναι ένα πακέτο νομοσχεδίων. Πέρα από το νομοσχέδιο που τροποποιεί το Σύνταγμα υπάρχουν και τα δύο εφαρμοστικά νομοσχέδια που και εκεί υπάρχουν πρόνοιες τις οποίες πρέπει να δούμε με μεγάλη προσοχή. Αλλάζουν τη διαδικασία παρακολουθήσεων, που αγγίζει και ουσιαστικά ζητήματα προστασίας όσον αφορά τις παρακολουθήσεις, τη διασύνδεση και την επισύνδεση με τα κινητά τηλέφωνα, το αν θα ενημερώνονται οι πάροχοι για να δίνουν άδεια κλπ.
Οπότε, θα πρέπει όλα τα θέματα να συζητηθούν ως πακέτο, με σοβαρότητα και τον χρόνο που απαιτείται. Δεν λέω ότι θα πρέπει να υπάρχει απεριόριστος χρόνος. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει ανάγκη να προστεθούν επιπλέον αδικήματα στα αδικήματα για τα οποία δύναται να γίνει άρση του απορρήτου, αλλά αυτό πρέπει να γίνει σωστά, τεκμηριωμένα, μελετημένα, για να μπορέσει να επέλθει η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ενίσχυσης του οπλοστασίου των διωκτικών αρχών και των μυστικών υπηρεσιών, ούτως ώστε να μπορούν να αποτρέπουν ή να οδηγούν στα δικαστήρια και να καταδικάζουν εγκληματίες.»


