4 Φεβρουαρίου, 2026
10:26 μμ

Την ανάγκη αυξημένης θεσμικής υπευθυνότητας στη δημόσια διαχείριση ζητημάτων ενδοοικογενειακής βίας, τονίζει σε παρέμβασή της Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού και καλεί όλους όσοι συμμετέχουν στον δημόσιο λόγο να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις ενδεχόμενες συνέπειες για τα παιδιά.

Τα παιδιά της οικογένειας δημόσιων προσώπων παραμένουν παιδιά και δικαιούνται προστασία της ιδιωτικότητάς τους, της ψυχικής τους υγείας και της ομαλής τους ανάπτυξης, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, καθώς και από το εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, σύμφωνα με την Επίτροπο, Έλενα Περικλέους.

Όπως αναφέρει σε ανακοίνωση, σε δημόσια τοποθέτησή της, με αφορμή τη δημόσια αναπαραγωγή από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης περιεχομένου που αφορά εκλεγμένο δημόσιο πρόσωπο και περιλαμβάνει αναφορές σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, η Επίτροπος αναφέρει ότι «κρίνω αναγκαίο να τοποθετηθώ θεσμικά, με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία των δικαιωμάτων των  παιδιών που ενδέχεται να επηρεάζονται από τον δημόσιο αυτό λόγο».

Απευθύνει έκκληση σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, και ιδιαίτερα τα μέσα ενημέρωσης, «να αναγνωρίζουν τον αντίκτυπο της παρουσίασης και επαναπροβολής τέτοιων θεμάτων στα παιδιά».

Η επιλογή του τρόπου παρουσίασης, της έκτασης και της επαναληπτικότητας της προβολής δεν αποτελεί ουδέτερη πράξη ενημέρωσης, αλλά επιλογή με ενδεχόμενο αντίκτυπο στα δικαιώματα παιδιών που δεν έχουν καμία δυνατότητα ελέγχου ή προστασίας από τη δημόσια έκθεση αναφέρει η Επίτροπος. Προσθέτει ότι η ενημέρωση της κοινής γνώμης οφείλει να γίνεται με τρόπο που να σέβεται την αξιοπρέπεια του παιδιού, να λειτουργεί προστατευτικά προς αυτό και να αποφεύγει κάθε μορφή έκθεσης που μπορεί να λειτουργήσει τραυματικά.

«Κάθε μορφή ενδοοικογενειακής βίας είναι απολύτως καταδικαστέα και αντίκειται στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο κράτος δικαίου και, πρωτίστως, στην προστασία, ανάπτυξη και ευημερία του παιδιού. Οι καταγγελίες που αφορούν σε άσκηση βίας οφείλουν να διερευνώνται πλήρως, με σοβαρότητα και χωρίς καμία ανοχή, από τις αρμόδιες αρχές», προστίθεται.

Η Επίτροπος αναφέρει ότι η συνεχής και εκτεταμένη επαναφορά υποθέσεων στον δημόσιο λόγο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδίως όταν αυτή εργαλειοποιείται, λαμβάνοντας χαρακτηριστικά υπερέκθεσης «θα πρέπει να μας ανησυχεί έντονα. Τα δημόσια πρόσωπα, λόγω της ιδιότητάς τους, τελούν πράγματι υπό αυξημένο δημόσιο έλεγχο και κριτική, γεγονός που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και της ελευθερίας της έκφρασης».

«Η παρατεταμένη δημόσια συζήτηση, οι εικασίες και η αναπαραγωγή λεπτομερειών που δεν εξυπηρετούν την ουσιαστική ενημέρωση ή τη διερεύνηση, ακόμη και όταν τα παιδιά δεν κατονομάζονται ή δεν αναφέρονται άμεσα, δύναται να τα καταστήσει έμμεσα αναγνωρίσιμα και εκτεθειμένα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα παιδιά ενδέχεται να βιώνουν ψυχολογική επιβάρυνση, αίσθημα ανασφάλειας ή επανατραυματισμό, γεγονός που συνιστά μορφή έμμεσης ή δευτερογενούς θυματοποίησης», προσθέτει. 

«Τα παιδιά δεν φέρουν καμία ευθύνη, δεν επιλέγουν τη δημόσια έκθεση και δεν μπορούν να φέρουν το βάρος της κριτικής ή της κοινωνικής στοχοποίησης που απορρέει από αυτήν και δεν πρέπει να καθίστανται έμμεσα θύματα της δημοσιότητας», προστίθεται.

Ως Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, «υπογραμμίζω την ανάγκη αυξημένης θεσμικής υπευθυνότητας στη δημόσια διαχείριση τέτοιων ζητημάτων και καλώ όλους όσοι συμμετέχουν στον δημόσιο λόγο να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις ενδεχόμενες συνέπειες για τα παιδιά. Η προστασία των παιδιών από κάθε μορφή βίας περιλαμβάνει και την προστασία τους από τη δημόσια έκθεση και λόγο που δύναται να τα επανατραυματίσει», αναφέρεται καταληκτικά.

ΚΥΠΕ

Exit mobile version