Το πρόσφατο θλιβερό περιστατικό με τη νοσηλεία τρίμηνου αγοριού με Σύνδρομο Ταρακουνημένου Βρέφους, φέρνει στο φως την έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου απέναντι στους νέους γονείς ή γονέα, που μετά τη γέννηση του παιδιού καλούνται να διαχειριστούν συναισθήματα άγχους, σωματικής και ψυχολογικής εξάντλησης που προκαλούνται κυρίως από την στέρηση ύπνου που απαιτεί η φροντίδα βρέφους και που μπορούν σωρευτικά να οδηγήσουν σε απώλεια ελέγχου, επισημαίνει σε γραπτή δημόσια τοποθέτηση για το συμβάν η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Έλενα Περικλέους.
Ειδικότερα η Επίτροπος παρατηρώντας ότι το Σύνδρομο Ταρακουνημένου Βρέφους αποτελεί μια εξαιρετικά σοβαρή και επικίνδυνη πρακτική, η οποία θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή και την υγεία των βρεφών και των μικρών παιδιών και δεν μπορεί να γίνει ανεκτή σε καμία περίπτωση, προσθέτει ότι η διερεύνηση κάθε περιστατικού και η λήψη των απαραίτητων ενεργειών που διασφαλίζουν την προστασία του παιδιού, την άμεση αντιμετώπιση των κινδύνων για την υγεία και την ασφάλειά του, καθώς και την πρόληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον, αποτελούν αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση της Πολιτείας και όλων των αρμόδιων φορέων.
Αφού αναφέρει ότι το περιστατικό, το οποίο δεν είναι το πρώτο που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία, καθιστά σαφές πως η τιμωρία του γονέα μετά τη διερεύνηση και εκδίκαση του περιστατικού από τις αρμόδιες αρχές, δεν επαρκεί, προσθέτει πως η εστίαση μόνο στην ποινική δίωξη μετά το συμβάν παραγνωρίζει τη ρίζα του προβλήματος, σημειώνοντας ότι «η πολιτεία οφείλει να παρέμβει προληπτικά, αντιμετωπίζοντας τους παράγοντες που δύνανται να οδηγούν γονείς σε ακραίες έως κακοποιητικές συμπεριφορές, ώστε κανένα τέτοιο περιστατικό, αν είναι δυνατόν, να μην καταγραφεί ξανά».
Προσθέτει επίσης ότι η αντιμετώπισή του απαιτεί έγκαιρη ενημέρωση, πρόληψη και στήριξη των οικογενειών και των φροντιστών, αναγνωρίζοντας τις πιέσεις, την κοινωνική απομόνωση, τις δυσκολίες έως και την ακραία εξάντληση που συχνά συνοδεύουν τη φροντίδα ενός βρέφους. Σύμφωνα με την κ. Περικλέους, η Πολιτεία και οι αρμόδιοι θεσμοί οφείλουν να ενισχύουν τα δίκτυα υποστήριξης και φροντίδας παιδιών, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα κάθε παιδιού στην ασφάλεια, στην προστασία και στην υγεία. Οφείλει, προσθέτει, «να ενισχύσει την εκπαίδευση των γονέων και φροντιστών για τρόπους καθησυχασμού των βρεφών, αλλά και για τις τραγικές συνέπειες του ταρακουνήματος».
Επιπλέον η Επίτροπος υπενθυμίζει ότι στη βάση της Σύμβασης, το κράτος πρέπει να παρέχει την κατάλληλη βοήθεια στους γονείς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους για την ανατροφή του και να εξασφαλίζουν τη δημιουργία οργανισμών, ιδρυμάτων και υπηρεσιών επιφορτισμένων να μεριμνούν για την ευημερία των παιδιών [Άρθρο 18(2), αναφέροντας πως η πρώιμη φροντίδα και υποστήριξη των οικογενειών με βρέφη δεν μπορεί να εξαντλείται σε γενικές εθνικές στρατηγικές ή αποσπασματικά μέτρα πολιτικής.
“Απαιτείται η ύπαρξη προσβάσιμων, επαρκώς στελεχωμένων και αποτελεσματικών υπηρεσιών πρώιμης παρέμβασης και οικογενειακής στήριξης, οι οποίες να λειτουργούν έγκαιρα, καθολικά και χωρίς στιγματισμό”, αναφέρει. Υπηρεσίες, σημειώνει, «που θα βρίσκονται δίπλα στους γονείς από τις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού, παρέχοντας πρακτική καθοδήγηση, ψυχοκοινωνική στήριξη και έγκαιρη αναγνώριση παραγόντων κινδύνου» και συμπληρώνει ότι «μόνο μέσα από ένα τέτοιο συνεκτικό και λειτουργικό σύστημα φροντίδας μπορεί η Πολιτεία να ανταποκριθεί ουσιαστικά στην υποχρέωσή της να προλαμβάνει την κακοποίηση, να στηρίζει τη γονεϊκότητα και να διασφαλίζει στην πράξη την προστασία, τη ζωή, την υγεία και την ανάπτυξη κάθε παιδιού».
ΚΥΠΕ


