Γεννημένος στην Αλβανία, ο συγγραφέας μεγάλωσε στη σκιά του ολοκληρωτισμού, ήρθε αντιμέτωπος με μεγάλα δράματα και από νωρίς γνώρισε τη στέρηση της ελευθερίας. Ζώντας στην Κύπρο για πολλά χρόνια, ένιωσε την ανάγκη να γράψει τη «Λύτρωση», ένα έργο για τη νέα του πατρίδα.
-Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε τη «Λύτρωση»; Έφτασα στην Κύπρο στις 7 Μαΐου 1994. Την τρίτη μέρα βρέθηκα με έναν φίλο στο Λήδρα Πάλλας κι εκεί αντίκρισα μαυροφορεμένες γυναίκες να κρατούν τις φωτογραφίες των αγνοούμενων συγγενών τους. Η εικόνα αυτή με συγκλόνισε και μέσα μου καμπάνισε η ιδέα του χρέους να γράψω ένα έργο για τη νέα μου πατρίδα. Έτσι άρχισα να μαζεύω υλικό και να σχηματίζεται η «Λύτρωση». Ο πρώτος του τίτλος ήταν «Ψάχνοντας τον πατέρα». Ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα. Μια ιστορία βιωμένη στο αίμα και στο δέρμα, μια προσπάθεια να δοθεί φωνή στην αλήθεια, στη μνήμη και στον πόνο, αλλά και στην ανάγκη για φως αγάπης και συμφιλίωσης. Σταδιακά κατάλαβα πως το κυπριακό δράμα της εισβολής και κατοχής δεν είναι μόνο εθνικό αλλά οικουμενικό, ανάξιες και βαθιές οδύνες στα όρια της ανθρώπινης αντοχής, σε μια εποχή παγκόσμιας αδιαφορίας και χάους.
-Έχετε ζήσει πολλά χρόνια στη βόρεια Ήπειρο. Τα βιώματά σας αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το βιβλίο; Αναπόφευκτα. Γεννημένος στην Πολύτσανη Πωγωνίου, στα κομμένα και ταραγμένα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, μεγάλωσα κάτω από τη σκιά του ολοκληρωτισμού, ήρθα αντιμέτωπος με μεγάλα δράματα και από νωρίς γνώρισα τη στέρηση της ελευθερίας και τον διωγμό της ταυτότητας. Αυτή η εμπειρία έγινε ένα εσωτερικό εργαστήριο συναισθήματος και με διαμόρφωσε βαθιά: Να βλέπω τον πόνο του άλλου ως αντανάκλαση του δικού μου. Έτσι οι ήρωες της «Λύτρωσης» κουβαλούν μέσα τους αυτή τη σιωπηλή μνήμη καταπίεσης και αξιοπρέπειας.
-Ποια είναι η πιο ισχυρή σας ανάμνηση από τη ζωή σας στην Αλβανία; Σ’ ένα ελληνικό χωριό της Δρόπολης, στη δεκαετία του ’70, έζησα μια σκηνή απερίγραπτη. Έναν νέο που είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει τον συνέλαβαν, τον έδεσαν πίσω από ένα τρακτέρ και τον περιφέρανε στα χωριά. Η μητέρα του έτρεχε πίσω ουρλιάζοντας ώσπου κατέρρευσε. Εκεί είδα τον τρόμο να γίνεται δημόσιο θέαμα και κατάλαβα τι σημαίνει απουσία ελευθερίας. Θυμάμαι ανθρώπους βουβούς, να φοβούνται τις λέξεις, και Έλληνες της εθνικής ελληνικής μειονότητας, που οδηγούνταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου με το κεφάλι ψηλά, να κρατούν μιαν αδάμαστη αξιοπρέπεια χωρίς να τρέμει το βλέμμα τους, δηλώνοντας με περηφάνια: «Είμαι Έλληνας! Ζήτω η Ελλάδα!»
-Υπάρχει ακόμα ελπίδα για μια νέα εποχή συνύπαρξης ανάμεσα σε Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους; Η ελπίδα δεν είναι πολυτέλεια, είναι αναγκαιότητα. Η συνύπαρξη μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από τη βούληση των ίδιων των δύο κοινοτήτων, χωρίς εξωτερικές εγγυήσεις και επεμβάσεις, τη διπλωματία του λαού που άρχισε το 2004. Όσο όμως η αδιαλλαξία της Τουρκίας επιμένει, η πληγή της κατοχής παραμένει. Η πραγματική γέφυρα είναι η αναγνώριση της αλήθειας και του πόνου, η συγγνώμη και ο αγώνας για ελευθερία και δικαίωση.
-Ποιο είναι το αντίδοτο απέναντι στη βαρβαρότητα του πολέμου; Δεν υπάρχει πραγματικό αντίδοτο στη βαρβαρότητα του πολέμου. Το ουσιώδες είναι οι διαφορές να επιλύονται ειρηνικά, πριν οδηγηθούμε στη σύγκρουση. Από τη στιγμή που ξεσπά ο πόλεμος, η επιστροφή είναι σχεδόν αδύνατη. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι του, αναδύονται φωτεινά παραδείγματα ανθρωπιάς, ηρωισμού, αυτοθυσίας, ανιδιοτέλειας και ελπίδας, πράξεις ικανές να αναστηλώσουν την πίστη μας στην ανθρωπότητα. Η αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στην αποδοχή του κακού και η συνειδητή άρνηση του μίσους λειτουργούν ως ασπίδα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ίσως αυτή η στάση να αποτελεί το μοναδικό, έστω και εύθραυστο, αντίδοτο απέναντι στον πόλεμο.
-Προσπαθείτε να αποφεύγετε τον διδακτισμό στα βιβλία σας; Απολύτως. Ο διδακτισμός είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη λογοτεχνία, γιατί στερεί από το έργο την ελευθερία του και από τον αναγνώστη το δικαίωμα της προσωπικής ανακάλυψης. Όταν ο συγγραφέας προσπαθεί να επιβάλει συμπεράσματα ή ηθικά διδάγματα, η αφήγηση παύει να είναι τέχνη και γίνεται κήρυγμα. Και το κήρυγμα, ακόμη κι όταν έχει δίκιο, κουράζει, περιορίζει και συχνά ακυρώνει τη συγκίνηση.
Πιστεύω πως η λογοτεχνία δεν γράφεται για να διδάξει αλλά για να φωτίσει. Να ανοίγει ρωγμές στη σκέψη και στο συναίσθημα, να γεννά ερωτήματα, όχι έτοιμες απαντήσεις. Ο αναγνώστης πρέπει να φτάνει μόνος του στη συνείδηση, μέσα από την εμπειρία των ηρώων, όχι μέσα από την επιβολή του συγγραφέα. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια και η δύναμη της τέχνης.
-Η λογοτεχνία μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο; Ίσως όχι άμεσα. Δεν αλλάζει νόμους, δεν σταματά πολέμους, δεν ανατρέπει καθεστώτα. Η δύναμή της όμως βρίσκεται αλλού: Αλλάζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Και όταν αλλάζει ο άνθρωπος, αρχίζει αργά και η αλλαγή του κόσμου.
Η λογοτεχνία καλλιεργεί την ενσυναίσθηση. Μας μαθαίνει να βλέπουμε μέσα από τα μάτια του άλλου, να πονάμε με τον ξένο πόνο, να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ακόμη και στον αντίπαλο. Αυτό από μόνο του είναι μια πράξη ηθικής αφύπνισης. Δεν προσφέρει λύσεις· γεννά συνείδηση.
Αρκεί να θυμηθούμε τον Ντοστογιέφσκι: Οι ήρωές του δεν είναι πρότυπα αρετής αλλά τραυματισμένες ψυχές που παλεύουν μέσα στο σκοτάδι τους. Κι όμως, μέσα από αυτή τη σύγκρουση ο αναγνώστης οδηγείται σε βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου και του κακού. Το ίδιο και στον Καμύ, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προβάλλει ως σιωπηλή αντίσταση απέναντι στο παράλογο και τη βία.
Η λογοτεχνία δεν αλλάζει τον κόσμο με θόρυβο, δεν τον βγάζει στο δρόμο, τον αλλάζει υπόγεια, μετακινώντας τα όρια της ευαισθησίας μας. Κάνει τον άνθρωπο λιγότερο σκληρό, λιγότερο αδιάφορο, περισσότερο ανθρώπινο. Κι αυτή είναι πάντα η πρώτη και πιο ουσιαστική μορφή βελτίωσης του κόσμου.
-Τι διαβάζετε αυτή την περίοδο; Αυτή την περίοδο διαβάζω τον Ούγγρο νομπελίστα του 2025 Λάσλο Κρασναχορκάι και το εμβληματικό του έργο «Η Μελαγχολία της Αντίστασης». Πρόκειται για μια βαθιά υπαρξιακή και σκοτεινή αφήγηση, όπου η παρακμή, ο φόβος και η σιωπηλή απειλή διαβρώνουν μια ολόκληρη κοινωνία. Ο Κρασναχορκάι γράφει με έναν σχεδόν αποκαλυπτικό ρυθμό, η γλώσσα του κυλά σαν αργός ποταμός αγωνίας και φιλοσοφικής έντασης, θυμίζοντας πως η κατάρρευση δεν είναι μόνο πολιτική αλλά πρωτίστως εσωτερική.
Προσπαθώ πάντοτε να παρακολουθώ τα σημαντικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Διαβάζω Μάρκες και Μουρακάμι, αλλά επιστρέφω συχνά και σε συγγραφείς που αντέχουν στον χρόνο όπως Καζαντζάκη, Κανταρέ, Κάφκα, Καμύ, Ρίτσο, Σεφέρη, γιατί εκεί βρίσκω τη διαχρονική αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία και τη μοίρα.
-Έχετε μεταφράσει κυπριακή λογοτεχνία στα αλβανικά; Παράλληλα με την καθημερινή δημιουργία, αφιερώνω μεγάλο μέρος του χρόνου μου στη μετάφραση από τα ελληνικά στα αλβανικά. Από την κυπριακή λογοτεχνία έχουν ήδη εκδοθεί έργα όπως: «Μεταμορφώσεις πόλεων», ποιήματα του Μιχάλη Πιερή, οι «Αλλόφυλοι εραστές», διηγήματα του Χρίστου Χατζήπαπα, το «Ώσπερ στρουθίον, τάχος επέτασας», μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού, η «Αθαλάσσα», μυθιστόρημα του Κώστα Λυμπουρή, «Άγγελοι εκδικητές», ποιήματα του Μεχμέτ Γιασίν, «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη, καθώς και η ανθολογία διηγημάτων «Κύπρος 1974–2024: Πενήντα χρόνια μετά την εισβολή». Τώρα μεταφράζω το σημαντικό μυθιστόρημα του Χρίστου Χατζήπαπα «Καλύτερα να μην συναντιόμασταν».
Από την αλβανική λογοτεχνία έχω μεταφράσει και εκδώσει στην Ελλάδα πάνω από δέκα ποιητικές συλλογές σημαντικών ποιητών, οι μισές σε δίγλωσση μορφή. Για μένα η μετάφραση είναι μια δεύτερη μορφή γραφής, μια γέφυρα πολιτισμού και μνήμης, αυτό που συνήθως αποκαλούμε πολιτιστική διπλωματία.
Λύτρωση
Εκδόσεις Τελεία
Σελίδες 592
Τιμή €18,53


